Καρποφόροι
«Και ουδέν εύρεν εν αυτή ει μη φύλλα μόνον» (Ματθ. κα΄ 18-22)
Ένα πρωινό, ο Χριστός πείνασε. Και πλησιάζοντας μια συκιά στο δρόμο, αναζήτησε σύκα. Όμως, βρήκε μόνο φύλλα. Και η καταδίκη της ξηρασίας ήρθε να πλήξει το άκαρπο δένδρο.
Και συ αδελφή ψυχή, μοιάζεις με δέντρο μέσα στο περιβόλι της Δημιουργίας του Θεού.
Ήρθε πολλές φορές κοντά σου ο Ουράνιος Περιβολάρης. Σε πότισε με τη θεία Του Χάρη. Σε λίπανε με την απέραντη αγάπη Του. Σε κλάδεψε με την στοργική Του παιδαγωγία. Και τώρα, πεινασμένος για την σωτηρία σου, έρχεται να βρει τον «καρπό». Ψάχνει κάτω από τα φύλλα της τυπολατρίας σου μήπως βρει τον καρπό της μετανοίας σου. Μα τα κλαδιά σου υπερήφανα υψωμένα δεν έχουν τίποτα να προσφέρουν.
Ξαναψάχνει μήπως λάθεψε. Αναζητά δάκρυα κατανύξεως! Ερευνά για σκιρτήματα καρδιάς!
Φτωχή ψυχή! Τόση ακαρπία! Και η καταδίκη της αιώνιας ξηρασίας σου σε αναμένει.
«Ω ψυχή μου, της ξηρανθείσης Συκής, δια την ακαρπίαν, το επιτίμιον φοβηθείσα, καρπούς αξίους της μετανοίας προσάγαγε Χριστώ, τω παρέχοντί σοι το μέγα έλεος».
ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ ΦΟΙΤΗΤΙΚΗ ΔΡΑΣΗ


Ὁ Ὅσιος Θεοδόσιος καταγόταν ἀπό τήν κωμόπολη τῆς Μωγαρισσοῦ, ἡ ὁποία ἀνῆκε στήν ἐπαρχία τῆς Καππαδοκίας. Ἔζησε κατά τούς χρόνους τοῦ Λέοντος τοῦ Θρακός καί ἔφτασε ἕως καί τούς χρόνους τοῦ αὐτοκράτορα Ἀναστασίου (491 – 518 μ.Χ.). Ὁ πατέρας του ὀνομαζόταν Προαιρέσιος καί ἡ μητέρα του Εὐλογία. Ἦταν καί οἱ δυό εὐσεβεῖς καί πιστοί ἄνθρωποι. Ὁ Θεοδόσιος ὅμως, ἀπό θεῖο ζῆλο, δέν ἀκολούθησε τήν ἔγγαμο ζωή, ἀλλά τό μοναχικό βίο. Γι’ αὐτό ἔφυγε ἀπό τήν πατρίδα του καί πῆγε στά Ἱεροσόλυμα νά προσκυνήσει τούς Ἁγίους Τόπους. Στή συνέχεια μετέβη στήν Ἀντιόχεια, ὅπου ἐπισκέφθηκε τόν Ἅγιο Συμεών τόν Στυλίτη, ὁ ὁποῖος τόν ἐμύησε στά τῆς μοναχικῆς πολιτείας καί τῆς ἀρετῆς καί τοῦ προεῖπε ὅτι θά γίνει ποιμένας πολλῶν λογικῶν προβάτων. Ἀσκήτεψε κοντά στό θαυμαστό καί ἐνάρετο ἀσκητή, πού ὀνομαζόταν Λογγίνος, μέ τόν ὁποῖο μαζί μελετοῦσε, συζητοῦσε καί προσευχόταν καί τοῦ ὁποίου σπούδαζε τήν πνευματική διαύγεια καί τή μεγάλη ταπεινοφροσύνη.
