ΕΠΑΛ. Τριγωνομετρία, Β΄ Λυκείου. Παρασκευή, 6η ώρα.
Αίθουσα μικρή, στενόμακρη, πρώην αποθήκη.
Πάνω στα θρανία κλειδιά, κράνη και κάτι δείγματα από στυλό.
Διάθεση για μάθημα στο μηδέν. Και το αίτημα κλασικό:
–Να μην κάνουμε μάθημα, κυρία. Αφήστε μας…
Πριν ολοκληρωθεί το αίτημα, η μαθηματικός λύνει ήδη την πρώτη άσκηση στον πίνακα. Και καθώς τελειώνει, ακούγεται και πάλι:
–Ελάτε κυρία, ΣΚ[1] έρχεται. Αφήστε μας να φύγουμε.
–ΣΚ έρχεται, επαναλαμβάνει…
Σταματά, κάνει ότι μετρά τα κεφάλια για απουσίες. Στην πραγματικότητα ζυγίζει τις λέξεις.
–Την Κυριακή γιορτάζει ο Άγιος Γεώργιος[2]. Έχετε πάει πάνω στο Μοναστήρι;
Καμία απόκριση. Αδιαφορία… και ο ήχος από τα κλειδιά επίμονος.
–Ευκαιρία να πάτε με τα μηχανάκια, συνεχίζει σοβαρά. Να ανάψετε ένα κερί. Δέκα λεπτά είναι από εδώ.
–Εμένα πάει συχνά η μάνα μου εκεί. Μου ’φερε και αυτό το κομποσκοίνι, πετάγεται αυθόρμητος ο Νίκος και δείχνει το 33άρι, ανάμεσα στ’ άλλα που φορά στο χέρι.
Φαίνεται ότι «πιάνει σήμα» η καθηγήτρια. Παίρνει αφορμή και λέει κάτι λίγα για τον βίο του Αγίου και μετά ένα θαύμα. Τελικά όλοι ακούν. Αρχίζουν να ρωτούν κυρίως για σημεία και θαύματα.
Στο βάθος ο Θεοδόσης, ανησυχητικά ήσυχος, όπως πάντα. Η ιστορία του δύσκολη και το πρόσωπό του ευγενικό αλλά σοβαρά λυπημένο. Κρατά το κλειδί της μηχανής στο χέρι, αντί για κομπολόι, σαν να μετρά τις ώρες που χάνει. Ποτέ προκλητικός, αλλά αδιάφορος για εφαπτόμενες και ημιτονοειδείς συναρτήσεις. Κάποια φορά τής εμπιστεύθηκε ότι ήταν καλός στα μαθηματικά παλιά, στις πρώτες τάξεις του Δημοτικού.
–Να πάτε να προσκυνήσετε. Να κάνετε μια προσευχή για ό,τι σας απασχολεί. Το ρολόι δείχνει 5 λεπτά πριν το κουδούνι.
–Να πάμε μία εκδρομή με την τάξη, κυρία, εκεί που λέτε, ακούγεται βαθιά η φωνή του Θεοδόση από το τέλος. Με τα μηχανάκια μας κι εσείς με το δικό μου. Θα σας πάρω εγώ.
–Θα ’ρθεις κι εσύ; ρωτά πειρακτικά ο Νίκος.
–Μη μου πεις ότι ξέρεις κι εσύ από κεριά και προσευχές! συνεχίζει γελώντας ο Παύλος. Έχεις ξαναπροσευχηθεί ποτέ στη ζωή σου;
–Ναι, απαντά ήσυχα ο Θεοδόσης. Κάποτε σε μία Κατασκήνωση.
Νέο κύμα πειραγμάτων στην τάξη πάει ν΄ αρχίσει.
–Τι Κατασκήνωση; κόβει τους υπόλοιπους η μαθηματικός.
–Σε μία χριστιανική.
Λες και άνοιξαν χίλιες εικόνες μπροστά στα μάτια της καθηγήτριας. Αναμνήσεις από στιγμές κατασκηνωτικές. Τι ξέρει ο Θεοδόσης από αυτά; Τον ρωτά και εξακριβώνει ότι μιλά για την ίδια Κατασκήνωση που πήγαινε και εκείνη μαθήτρια και ομαδάρχισσα!
–Και σ’ άρεσε; ρωτά ένας από τους υπόλοιπους μέσα στην τάξη, που ησύχασε μπροστά στο άνοιγμα του Θεοδόση.
–Είχε παιχνίδια, πρωταθλήματα, ορειβασίες, τραγούδια, πανηγύρι κάθε βράδυ.
–Έτσι εξηγείται που σ’ άρεσε…, βιάζεται να συμπληρώσει ο Νίκος.
–Αλλά εμένα δεν μ’ ένοιαζαν τόσο όλα αυτά, αποκρίνεται ήρεμα, όπως πάντα. Μόνο σαν μπαίναμε στην εκκλησία και άρχιζε η προσευχή… γινόμουν άλλος άνθρωπος. Πώς να σου πω, ησύχαζε η σκέψη μου.
Το κουδούνι χτυπά τη λήξη της εβδομάδας.
–Και θα ήθελες να ξαναπάς; προλαβαίνει την ερώτηση η καθηγήτρια.
–Αυτό που άξιζε ήταν εκείνες οι ώρες της προσευχής… Τις θυμάμαι ακόμα… Και μόνο γι’ αυτές θα ξαναπήγαινα…
ι.μ.
«Πρός τή ΝΙΚΗ», Αύγουστος 2019

Ὁ Ὅσιος Θεοδόσιος καταγόταν ἀπό τήν κωμόπολη τῆς Μωγαρισσοῦ, ἡ ὁποία ἀνῆκε στήν ἐπαρχία τῆς Καππαδοκίας. Ἔζησε κατά τούς χρόνους τοῦ Λέοντος τοῦ Θρακός καί ἔφτασε ἕως καί τούς χρόνους τοῦ αὐτοκράτορα Ἀναστασίου (491 – 518 μ.Χ.). Ὁ πατέρας του ὀνομαζόταν Προαιρέσιος καί ἡ μητέρα του Εὐλογία. Ἦταν καί οἱ δυό εὐσεβεῖς καί πιστοί ἄνθρωποι. Ὁ Θεοδόσιος ὅμως, ἀπό θεῖο ζῆλο, δέν ἀκολούθησε τήν ἔγγαμο ζωή, ἀλλά τό μοναχικό βίο. Γι’ αὐτό ἔφυγε ἀπό τήν πατρίδα του καί πῆγε στά Ἱεροσόλυμα νά προσκυνήσει τούς Ἁγίους Τόπους. Στή συνέχεια μετέβη στήν Ἀντιόχεια, ὅπου ἐπισκέφθηκε τόν Ἅγιο Συμεών τόν Στυλίτη, ὁ ὁποῖος τόν ἐμύησε στά τῆς μοναχικῆς πολιτείας καί τῆς ἀρετῆς καί τοῦ προεῖπε ὅτι θά γίνει ποιμένας πολλῶν λογικῶν προβάτων. Ἀσκήτεψε κοντά στό θαυμαστό καί ἐνάρετο ἀσκητή, πού ὀνομαζόταν Λογγίνος, μέ τόν ὁποῖο μαζί μελετοῦσε, συζητοῦσε καί προσευχόταν καί τοῦ ὁποίου σπούδαζε τήν πνευματική διαύγεια καί τή μεγάλη ταπεινοφροσύνη.
