Τολμηροί
«Τολμήσας εισήλθε προς Πιλάτον και ητήσατο το σώμα του Ιησού»(Μάρκ. ιε΄ 42-47)
Ο Μέγας Διδάσκαλος είναι πια νεκρός.
Ο φόβος των Ιουδαίων βρίσκεται σφραγισμένος μέσα σ’ ένα τάφο. Όμως, οι συνειδήσεις τόσο ταράχθηκαν από το τέλμα τους με τα λόγια Εκείνου, που και νεκρό ακόμη τον φοβούνται. Το Όνομά Του προκαλεί την απέχθεια και το μίσος. Η ατμόσφαιρα είναι ικανά ηλεκτρισμένη που κανείς δημόσια δεν μπορεί χωρίς κίνδυνο να μιλά γι’ Αυτόν. Από εκείνους που στάθηκαν θαυμαστές του Ιησού, διακρίνονται δυο κατηγορίες. Εκείνοι που φανερά τον ακολουθούσαν, και εκείνοι που για τον φόβο των Ιουδαίων έμειναν κρυφοί Μαθητές Του.
Κανείς δεν μπορεί να καυχηθεί ότι είναι τολμηρός. Αν μέσα σου ορκίζεσαι ότι αγαπάς τον Ιησού και είσαι έτοιμος να πεθάνεις γι’ Αυτόν, ο Απόστολος Πέτρος και οι άλλοι Δέκα Μαθητές σε διαψεύδουν. Αν πάλι, μέσα σου αισθάνεσαι βεβαιότητες πίστεως και αγάπης, έρχονται στιγμές που στέκεσαι πιο πάνω από τα γεγονότα. Κι αυτό το δείχνουν ο Νικόδημος, ο Ιωσήφ και οι Μυροφόρες Γυναίκες.
Η προσέγγιση του νου και της καρδιάς στο Θεό απαιτεί τόλμη. Ο νους έχει τους δισταγμούς του, η καρδιά τους λόγους της…
Η τόλμη είναι θεϊκό δώρο που δίνεται στους ταπεινούς. «Ουχ ότι ικανοί εσμεν αφ’ εαυτών, … αλλ’ η ικανότης ημών εκ του Θεού» (Β΄ Κορ. γ΄ 5). Το κήρυγμα του Χριστού θέλει τόλμη. Ακόμη και η βίωση η χριστιανική απαιτεί τόλμη. Ο κόσμος δεν είναι έτοιμος και πρόθυμος να αποδεχτεί το Ευαγγέλιο, γι’ αυτό και αντιτίθεται. Η φυσική κατάσταση του Χριστιανού είναι ο κίνδυνος. Πότε όμως δεν θα πρέπει να λογαριάζεται. Τρεις κινδύνους έχει ν’ αντιμετωπίσει: Τους ανθρώπους, τη ζωή και τις αντίθεες πνευματικές δυνάμεις. Η τόλμη που του δίνει ο Χριστός θα του χαρίσει την περιφανέστερη νίκη.
Απολυτίκιον, Ήχος β΄.
Ο ευσχήμων Ιωσήφ, από του ξύλου καθελών το άχραντον σου Σώμα, σινδόνι καθαρά ειλήσας και αρώμασιν, εν μνήματι καινώ, κηδεύσας, απέθετο.
ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ ΦΟΙΤΗΤΙΚΗ ΔΡΑΣΗ


Ὁ Ὅσιος Θεοδόσιος καταγόταν ἀπό τήν κωμόπολη τῆς Μωγαρισσοῦ, ἡ ὁποία ἀνῆκε στήν ἐπαρχία τῆς Καππαδοκίας. Ἔζησε κατά τούς χρόνους τοῦ Λέοντος τοῦ Θρακός καί ἔφτασε ἕως καί τούς χρόνους τοῦ αὐτοκράτορα Ἀναστασίου (491 – 518 μ.Χ.). Ὁ πατέρας του ὀνομαζόταν Προαιρέσιος καί ἡ μητέρα του Εὐλογία. Ἦταν καί οἱ δυό εὐσεβεῖς καί πιστοί ἄνθρωποι. Ὁ Θεοδόσιος ὅμως, ἀπό θεῖο ζῆλο, δέν ἀκολούθησε τήν ἔγγαμο ζωή, ἀλλά τό μοναχικό βίο. Γι’ αὐτό ἔφυγε ἀπό τήν πατρίδα του καί πῆγε στά Ἱεροσόλυμα νά προσκυνήσει τούς Ἁγίους Τόπους. Στή συνέχεια μετέβη στήν Ἀντιόχεια, ὅπου ἐπισκέφθηκε τόν Ἅγιο Συμεών τόν Στυλίτη, ὁ ὁποῖος τόν ἐμύησε στά τῆς μοναχικῆς πολιτείας καί τῆς ἀρετῆς καί τοῦ προεῖπε ὅτι θά γίνει ποιμένας πολλῶν λογικῶν προβάτων. Ἀσκήτεψε κοντά στό θαυμαστό καί ἐνάρετο ἀσκητή, πού ὀνομαζόταν Λογγίνος, μέ τόν ὁποῖο μαζί μελετοῦσε, συζητοῦσε καί προσευχόταν καί τοῦ ὁποίου σπούδαζε τήν πνευματική διαύγεια καί τή μεγάλη ταπεινοφροσύνη.
