Κοντάκιον
Εις την Σύναξιν του Αγίου ενδόξου Προφήτου, Προδρόμου και Βαπτιστού Ιωάννου
(7 Ιανουαρίου)
Προοίμιο
Τρέμοντας τη σωματική Σου παρουσία, ο Ιορδάνης από φόβο οπισθοδρόμησε,
και την προφητική του αποστολή πραγματοποιώντας, ο Ιωάννης με τρόμο οπισθοχώρησε.
Των αγγέλων τα τάγματα κατάπληκτα έμειναν
που Σ’ έβλεπαν μέσα στα νερά ως άνθρωπος να βαπτίζεσαι,
κι όλοι οι σκοτισμένοι γέμιζαν φως και υμνούσαν Εσένα
που φάνηκες και εφώτισες τα πάντα.
Οίκοι
α. Για χάρη του Αδάμ, που έχασε το φως του στον Παράδεισο, εβγήκε Ήλιος από τη Βηθλεέμ,
και του άνοιξε τα μάτια, αφού τα έπλυνε στα νερά του Ιορδάνη·
στον μελανιασμένο και στον σκοταδιασμένο εβγήκε Φως άσβηστο.
Νύχτα πια για τον Αδάμ δεν υπάρχει, αλλά πάντα ημέρα.
Πρωί-πρωί το Φως γι’ αυτόν γεννήθηκε.
Γιατί το δειλινό εκρύφτηκε, καθώς μας λέει η Γραφή.
Αυγή να τον φωτίζει βρήκε αυτός που στο σουρούπωμα γκρεμίστηκε.
Απ’ το σκοτάδι απαλλάχτηκε και πρόφτασε το Χάραμα,
που φάνηκε κι εφώτισε τα πάντα.
β. Όταν θεληματικά ο Αδάμ εξευτελίστηκε, γιατί καρπό δοκίμασε που τύφλωνε,
αμέσως άθελά του εγυμνώθη. Αφού δηλαδή τυφλό τον ευρήκε εκείνος που τον ατίμασε, τον εξεγύμνωσε.
Ήτανε το λοιπόν γυμνός κι ανάπηρος και προσπαθούσε ψάχνοντας να πιάσει αυτόν που τον εξέντυσε.
Κι εκείνος βλέποντας αυτόν, τον επεριγελούσε,
πως άπλωνε δηλαδή παντού τα χέρια και ζητούσε
την πρώτη στολή ακόμα και μετά την απογύμνωση.
Έτσι τον είδε ο φύσει Συμπαθής κι ήρθε κοντά του λέγοντας·
«Αν και είσαι γυμνός κι ανάπηρος, σε δέχομαι, έλα σε μένα,
που φάνηκα κι εφώτισα τα πάντα».
γ. Ύμνησέ Τον, Αδάμ, ύμνησέ Τον. Προσκύνησε Αυτόν που ήλθε προς τα σένα.
Γιατί σου φανερώθηκε, όσο το μπορούσες, για να Τον αντικρύσεις, να Τον ψηλαφήσεις και να Τον υποδεχτείς.
Αυτός που τον φοβήθηκες, τότε που ξεγελάστηκες, για χάρη σου όμοιος έγινε με σένα.
Κατέβηκε στη γη, για να σε πάρει επάνω.
Μέχρι το θάνατο έφτασε, θεός συ για να γίνεις
και νάβρεις την πρώτη σου ομορφιά.
Θέλοντας να ξανανοίξει τον Παράδεισο κατοίκησε στη Ναζαρέτ.
Γι’ αυτά, λοιπόν, ύμνησε, άνθρωπε, και ευχαρίστησε ψέλνοντας Αυτόν,
που φάνηκε κι εφώτισε τα πάντα.
(…)
ιβ . Σχίζεται πια ο πένθιμος χιτώνας της αμαρτίας. Επήραμε τη στολή τη λευκή,
που το Άγιο Πνεύμα μας ύφανε από καθάριο μαλλί του Αρνιού και Θεού μας.
Η αμαρτία καταργήθηκε. Εδόθηκε αθανασία. Η αποκατάσταση είναι φανερή.
Ο Πρόδρομος αυτήν εγνωστοποίησε λέγοντας:
«Νάτος ετώρα ο Αμνός του Θεού που σηκώνει
όλου του κόσμου τα κρίματα».
Έδωκε άφεση χρέους σε όλους που πολλά χρεωστούσαν.
Αυτός που εσκίρτησε πρώτος τώρα με το κήρυγμα φανέρωνε Αυτόν
που φάνηκε κι εφώτισε τα πάντα.
ιγ . Τι θαυμάσιο το κήρυγμα του Βαπτιστή και τι συμβολισμό περιέχει!
Έλεγε Αρνί τον Τσοπάνη, κι όχι απλώς Αρνί, αλλά Αρνί που συγχωράει αμαρτίες.
Έδειξε στους άνομους ότι ήταν ανώφελος ο τράγος, που έστελναν στην έρημο.
«Να», λέει, «το Αρνί. Τώρα δεν χρειάζεται ο τράγος.
Ακουμπήστε πάνω Του όλοι τα χέρια
και λέγετε τις αμαρτίες σας.
Γιατί ήρθε να σηκώσει μαζί με του λαού του και τις αμαρτίες όλου του κόσμου.
Να ο Ελευθερωτής, που μας έστειλ’ ο Πατέρας, Αυτός
που φάνηκε κι εφώτισε τα πάντα.»
(…)
ιζ . Θα Σε δω λοιπόν κι εγώ, Ιησού, να φωτίζης τον νου μου
και να λες στους λογισμούς μου· «Σεις οι πάντοτε διψασμένοι ελάτε σε μένα και πιείτε.»
Πότισε την καρδιά την ταπεινωμένη, που ο πλάνος την έκανε συντρίμμι.
Την μάρανε ολότελα με πείνα και με δίψα.
Όχι με πείνα φαγητού ούτε με δίψα του νερού
μα με πείνα και δίψα ακοής του λόγου του Θεού.
Γιατί δεν βρίσκει δάσκαλο ούτε και μαθητή.
Έτσι σιωπηλά αναστενάζει και Σένα περιμένει τον Δίκαιο Κριτή,
που φάνηκες κι εφώτισες τα πάντα.
(…)
Αγίου Ρωμανού του Μελωδού
(απόδοση στη δημοτική: Αρχιμ. Ανανίας Κουστένης)

Ὁ Ὅσιος Θεοδόσιος καταγόταν ἀπό τήν κωμόπολη τῆς Μωγαρισσοῦ, ἡ ὁποία ἀνῆκε στήν ἐπαρχία τῆς Καππαδοκίας. Ἔζησε κατά τούς χρόνους τοῦ Λέοντος τοῦ Θρακός καί ἔφτασε ἕως καί τούς χρόνους τοῦ αὐτοκράτορα Ἀναστασίου (491 – 518 μ.Χ.). Ὁ πατέρας του ὀνομαζόταν Προαιρέσιος καί ἡ μητέρα του Εὐλογία. Ἦταν καί οἱ δυό εὐσεβεῖς καί πιστοί ἄνθρωποι. Ὁ Θεοδόσιος ὅμως, ἀπό θεῖο ζῆλο, δέν ἀκολούθησε τήν ἔγγαμο ζωή, ἀλλά τό μοναχικό βίο. Γι’ αὐτό ἔφυγε ἀπό τήν πατρίδα του καί πῆγε στά Ἱεροσόλυμα νά προσκυνήσει τούς Ἁγίους Τόπους. Στή συνέχεια μετέβη στήν Ἀντιόχεια, ὅπου ἐπισκέφθηκε τόν Ἅγιο Συμεών τόν Στυλίτη, ὁ ὁποῖος τόν ἐμύησε στά τῆς μοναχικῆς πολιτείας καί τῆς ἀρετῆς καί τοῦ προεῖπε ὅτι θά γίνει ποιμένας πολλῶν λογικῶν προβάτων. Ἀσκήτεψε κοντά στό θαυμαστό καί ἐνάρετο ἀσκητή, πού ὀνομαζόταν Λογγίνος, μέ τόν ὁποῖο μαζί μελετοῦσε, συζητοῦσε καί προσευχόταν καί τοῦ ὁποίου σπούδαζε τήν πνευματική διαύγεια καί τή μεγάλη ταπεινοφροσύνη.
