Ἔζησε στά τέλη τοῦ 3ου αἰώνα μ.Χ. Καταγόταν ἀπό τήν Παλαιστίνη, εἶχε πατέρα Ἐθνικό καί μητέρα Ἰουδαία.
Ἡ ἴδια ὅμως γνώρισε τήν χριστιανική πίστη, γι’ αὐτό βαπτίστηκε, ἀπό τόν Ἐπίσκοπο Σιλουανό, χριστιανή. Αὐτό ἐξόργισε πολύ τούς Ἐθνικούς καί τούς Ἑβραίους, οἱ ὁποῖοι ἀποφάσισαν ἀπό κοινοῦ νά τήν σκοτώσουν. Τό σχέδιο τῆς δολοφονίας της ὅμως, τό πληροφορήθηκε ὁ Ἐπίσκοπος καί μαζί μέ τήν Ἁγία προσπάθησαν νά βροῦν μία λύση. Τελικά τήν λύση τήν ἔδωσε ἡ Σωσάννη. Μοίρασε τήν περιουσία της στούς φτωχούς καί ντυμένη σάν ἄνδρας ἐγκατέλειψε τά Ἱεροσόλυμα.
Ἀργότερα μετέβη στήν Ἐλευθερούπολη, στήν ὁποία ντύθηκε πάλι γυναίκα. Ὅταν κινήθηκε ὁ διωγμός τῆς Ἐκκλησίας ἀπό τόν Διοκλητιανό, ἡ Σωσάννα χωρίς νά φοβηθεῖ καθόλου, ἐξακολούθησε νά λατρεύει τόν Ἰησοῦ Χριστό φανερά. Συλληφθεῖσα γι’ αὐτό καί ἐπειδή δέν θέλησε νά θυσιάσει στά εἴδωλα καταδικάστηκε μαζί μέ ἄλλους σέ θανατική ποινή.
Ἡ Ἁγία Σωσάννα παρέδωσε τό πνεῦμα στόν Κύριό της μέσα στήν πυρά.
Κοινοποίηση
Δείτε Επίσης


Ὁ Ὅσιος Θεοδόσιος καταγόταν ἀπό τήν κωμόπολη τῆς Μωγαρισσοῦ, ἡ ὁποία ἀνῆκε στήν ἐπαρχία τῆς Καππαδοκίας. Ἔζησε κατά τούς χρόνους τοῦ Λέοντος τοῦ Θρακός καί ἔφτασε ἕως καί τούς χρόνους τοῦ αὐτοκράτορα Ἀναστασίου (491 – 518 μ.Χ.). Ὁ πατέρας του ὀνομαζόταν Προαιρέσιος καί ἡ μητέρα του Εὐλογία. Ἦταν καί οἱ δυό εὐσεβεῖς καί πιστοί ἄνθρωποι. Ὁ Θεοδόσιος ὅμως, ἀπό θεῖο ζῆλο, δέν ἀκολούθησε τήν ἔγγαμο ζωή, ἀλλά τό μοναχικό βίο. Γι’ αὐτό ἔφυγε ἀπό τήν πατρίδα του καί πῆγε στά Ἱεροσόλυμα νά προσκυνήσει τούς Ἁγίους Τόπους. Στή συνέχεια μετέβη στήν Ἀντιόχεια, ὅπου ἐπισκέφθηκε τόν Ἅγιο Συμεών τόν Στυλίτη, ὁ ὁποῖος τόν ἐμύησε στά τῆς μοναχικῆς πολιτείας καί τῆς ἀρετῆς καί τοῦ προεῖπε ὅτι θά γίνει ποιμένας πολλῶν λογικῶν προβάτων. Ἀσκήτεψε κοντά στό θαυμαστό καί ἐνάρετο ἀσκητή, πού ὀνομαζόταν Λογγίνος, μέ τόν ὁποῖο μαζί μελετοῦσε, συζητοῦσε καί προσευχόταν καί τοῦ ὁποίου σπούδαζε τήν πνευματική διαύγεια καί τή μεγάλη ταπεινοφροσύνη.