Τό ἡρωικό αὐτό παιδί, γεννήθηκε στό χωριό Μαρίαις τοῦ νησιοῦ Θάσου.
Σέ ἡλικία 14 ἐτῶν ἦλθε στήν Κωνσταντινούπολη καί μάθαινε τήν τέχνη τοῦ ράφτη στόν Γαλατά. Κάποτε πῆγε σ’ ἕνα κατάστημα Ἑβραίου ἐμπόρου γιά ν’ ἀγοράσει κλωστές καί φιλονίκησε μ’ αὐτόν. Ὁ Ἑβραῖος, βρῆκε τήν εὐκαιρία τήν ὥρα πού ὁ Χότζας βρισκόταν πάνω στόν μιναρέ καί κατηγόρησε τόν Ἰωάννη ὅτι βρίζει τήν πίστη καί τό προσκύνημα τῶν Τούρκων. Ὅταν τό παιδί ὁδηγήθηκε μπροστά στόν βεζίρη καί πιεζόταν ν’ ἀρνηθεῖ τόν Χριστό, μέ γενναιότητα ἀπάντησε: «Δέν θ’ ἀρνηθῶ ποτέ τόν γλυκύτατό μου Ἰησοῦ Χριστό, καί ἂν ἀκόμα μύρια βάσανα μοῦ κάνετε καί τό βασίλειό σας ὅλο μοῦ χαρίσετε». Βλέποντας ὁ βεζίρης τήν ἀμετάθετη γνώμη τοῦ παιδιοῦ, διέταξε τόν ἀποκεφαλισμό του.
Ἔτσι, στήν τοποθεσία «Τσαρσί τῶν γουναράδων», ὁ δήμιος ἔκοψε μαρτυρικά, λίγο – λίγο τό κεφάλι τοῦ ἡρωικοῦ παιδιοῦ στίς 20 Δεκεμβρίου 1652.
Τόν βίο τοῦ Ἁγίου συνέγραψε ὁ Ἰωάννης Καρυοφύλλης καί ὁ Μελέτιος Συρίγου.
Κοινοποίηση
Δείτε Επίσης


Ὁ Ὅσιος Θεοδόσιος καταγόταν ἀπό τήν κωμόπολη τῆς Μωγαρισσοῦ, ἡ ὁποία ἀνῆκε στήν ἐπαρχία τῆς Καππαδοκίας. Ἔζησε κατά τούς χρόνους τοῦ Λέοντος τοῦ Θρακός καί ἔφτασε ἕως καί τούς χρόνους τοῦ αὐτοκράτορα Ἀναστασίου (491 – 518 μ.Χ.). Ὁ πατέρας του ὀνομαζόταν Προαιρέσιος καί ἡ μητέρα του Εὐλογία. Ἦταν καί οἱ δυό εὐσεβεῖς καί πιστοί ἄνθρωποι. Ὁ Θεοδόσιος ὅμως, ἀπό θεῖο ζῆλο, δέν ἀκολούθησε τήν ἔγγαμο ζωή, ἀλλά τό μοναχικό βίο. Γι’ αὐτό ἔφυγε ἀπό τήν πατρίδα του καί πῆγε στά Ἱεροσόλυμα νά προσκυνήσει τούς Ἁγίους Τόπους. Στή συνέχεια μετέβη στήν Ἀντιόχεια, ὅπου ἐπισκέφθηκε τόν Ἅγιο Συμεών τόν Στυλίτη, ὁ ὁποῖος τόν ἐμύησε στά τῆς μοναχικῆς πολιτείας καί τῆς ἀρετῆς καί τοῦ προεῖπε ὅτι θά γίνει ποιμένας πολλῶν λογικῶν προβάτων. Ἀσκήτεψε κοντά στό θαυμαστό καί ἐνάρετο ἀσκητή, πού ὀνομαζόταν Λογγίνος, μέ τόν ὁποῖο μαζί μελετοῦσε, συζητοῦσε καί προσευχόταν καί τοῦ ὁποίου σπούδαζε τήν πνευματική διαύγεια καί τή μεγάλη ταπεινοφροσύνη.