Ὁταν οἱ μάγοι προσκύνησαν τόν Χριστό, ἀναχώρησαν γιά τήν πατρίδα τους, χωρίς νά περάσουν ἀπό τόν βασιλιά Ἡρώδη. Τότε ἄγγελος Κυρίου φάνηκε σέ ὄνειρο στόν Ἰωσήφ καί τοῦ εἶπε νά πάρει τό παιδί μέ τήν μητέρα του καί νά φύγει στήν Αἴγυπτο (Εὐαγγέλιο Ματθαίου, Β’ 13 – 18).
Καί ἔμειναν ἐκεῖ, μέχρι πού πέθανε ὁ Ἡρώδης, γιά νά ἐπαληθευθεῖ ἔτσι ἐκεῖνο πού ἐλέχθη διά τοῦ προφήτου Ὠσηέ: «Ἐξ Αἰγύπτου ἐκάλεσα τόν υἱόν μου» (Ὠσ. ια’ 1). Μετά τήν φυγή τοῦ Κυρίου στήν Αἴγυπτο, ὁ Ἡρώδης ἔστειλε στρατιῶτες καί θανάτωσαν ὅλα τά παιδιά πού ἦταν στήν Βηθλεέμ καί τά περίχωρά της, ἀπό ἡλικίας δύο ἐτῶν καί κάτω. Διότι τόσο εἶχε ὑπολογίσει τήν ἡλικία τοῦ Χριστοῦ, Τόν ὁποῖο φοβόταν ὅτι θά τοῦ ἔπαιρνε τήν βασιλεία.
Ἐπίσης, ἡ φυγή τοῦ Κυρίου στήν Αἴγυπτο, κατά τόν Ἅγιο Νικόδημο τόν Ἁγιορείτη, φράσσει καί τά στόματα τῶν αἱρετικῶν. Διότι ὅπως λέει, ἂν δέν ἔφευγε ὁ Κύριος καί φονευόταν ἀπό τόν Ἡρώδη, θά εἶχε ἐμποδιστεῖ ἡ σωτηρία τῶν ἀνθρώπων. Ἂν πάλι τόν συνελάμβαναν καί δέν φονευόταν, θά ἔλεγαν πολλοί ὅτι δέν φόρεσε ἀνθρώπινη σάρκα, ἀλλά μόνο κατά φαντασία. Ἔπειτα, ἡ φυγή φανερώνει ἄλλη μιά φορά, ὅτι τίποτα δέν μπορεῖ νά ματαιώσει τά σχέδια τοῦ Θεοῦ.
Κοινοποίηση
Δείτε Επίσης


Ὁ Ὅσιος Θεοδόσιος καταγόταν ἀπό τήν κωμόπολη τῆς Μωγαρισσοῦ, ἡ ὁποία ἀνῆκε στήν ἐπαρχία τῆς Καππαδοκίας. Ἔζησε κατά τούς χρόνους τοῦ Λέοντος τοῦ Θρακός καί ἔφτασε ἕως καί τούς χρόνους τοῦ αὐτοκράτορα Ἀναστασίου (491 – 518 μ.Χ.). Ὁ πατέρας του ὀνομαζόταν Προαιρέσιος καί ἡ μητέρα του Εὐλογία. Ἦταν καί οἱ δυό εὐσεβεῖς καί πιστοί ἄνθρωποι. Ὁ Θεοδόσιος ὅμως, ἀπό θεῖο ζῆλο, δέν ἀκολούθησε τήν ἔγγαμο ζωή, ἀλλά τό μοναχικό βίο. Γι’ αὐτό ἔφυγε ἀπό τήν πατρίδα του καί πῆγε στά Ἱεροσόλυμα νά προσκυνήσει τούς Ἁγίους Τόπους. Στή συνέχεια μετέβη στήν Ἀντιόχεια, ὅπου ἐπισκέφθηκε τόν Ἅγιο Συμεών τόν Στυλίτη, ὁ ὁποῖος τόν ἐμύησε στά τῆς μοναχικῆς πολιτείας καί τῆς ἀρετῆς καί τοῦ προεῖπε ὅτι θά γίνει ποιμένας πολλῶν λογικῶν προβάτων. Ἀσκήτεψε κοντά στό θαυμαστό καί ἐνάρετο ἀσκητή, πού ὀνομαζόταν Λογγίνος, μέ τόν ὁποῖο μαζί μελετοῦσε, συζητοῦσε καί προσευχόταν καί τοῦ ὁποίου σπούδαζε τήν πνευματική διαύγεια καί τή μεγάλη ταπεινοφροσύνη.