Καταγόταν ἀπό τήν Ἰβηρία. Σέ νεαρή ἡλικία ἀγοράσθηκε ἀπό κάποιο τοῦρκο ὡς σκλάβος καί περιετμήθη, λαβῶν τό ὄνομα Σαλῆς. Μετά τόν θάνατο τοῦ τούρκου παρέμεινε στήν Μυτιλήνη ἐργαζόμενος καί ζώντας εἰρηνικά.
Περνοῦσαν ἔτσι τά χρόνια, ἀλλά τό σαράκι τῆς ἐπιστροφῆς στόν Χριστό, ἀπό τόν ὁποίο τόσο βίαια τόν εἶχαν ἀποσπάσει, τόν σιγότρωγε. Μέχρι πού κάποια μέρα, ὅταν πλέον εἶχε φθάσει σέ ἡλικία 70 ἐτῶν, παίρνει ὁ Γεώργιος τήν ἀπόφαση καί παρουσιάζεται ἐνώπιον τοῦ κριτοῦ, ἀπορρίπτει μπροστά του τό σαρίκι πού φοροῦσε στήν κεφαλή καί ὁμολογεῖ τόν Χριστό. Παρά τίς κολακεῖες καί τούς φοβερισμούς, ὁ Μάρτυς παρέμεινε ἀμετάθετος ἐπικαλούμενος τό ὄνομα τοῦ Κυρίου. Ἀμέσως τόν συνέλαβαν καί ἄρχισαν νά τόν χτυποῦν μέ μαχαίρια καί ξύλα.
Στό τέλος, τόν ὁδήγησαν σέ ἕνα τόπο ὀνομαζόμενο Παρμά-καποῦ, ὅπου καί ὑπέστη τόν δι’ ἀγχόνης θάνατο τό ἔτος 1770.
Κοινοποίηση
Δείτε Επίσης

Ὁ Ὅσιος Θεοδόσιος καταγόταν ἀπό τήν κωμόπολη τῆς Μωγαρισσοῦ, ἡ ὁποία ἀνῆκε στήν ἐπαρχία τῆς Καππαδοκίας. Ἔζησε κατά τούς χρόνους τοῦ Λέοντος τοῦ Θρακός καί ἔφτασε ἕως καί τούς χρόνους τοῦ αὐτοκράτορα Ἀναστασίου (491 – 518 μ.Χ.). Ὁ πατέρας του ὀνομαζόταν Προαιρέσιος καί ἡ μητέρα του Εὐλογία. Ἦταν καί οἱ δυό εὐσεβεῖς καί πιστοί ἄνθρωποι. Ὁ Θεοδόσιος ὅμως, ἀπό θεῖο ζῆλο, δέν ἀκολούθησε τήν ἔγγαμο ζωή, ἀλλά τό μοναχικό βίο. Γι’ αὐτό ἔφυγε ἀπό τήν πατρίδα του καί πῆγε στά Ἱεροσόλυμα νά προσκυνήσει τούς Ἁγίους Τόπους. Στή συνέχεια μετέβη στήν Ἀντιόχεια, ὅπου ἐπισκέφθηκε τόν Ἅγιο Συμεών τόν Στυλίτη, ὁ ὁποῖος τόν ἐμύησε στά τῆς μοναχικῆς πολιτείας καί τῆς ἀρετῆς καί τοῦ προεῖπε ὅτι θά γίνει ποιμένας πολλῶν λογικῶν προβάτων. Ἀσκήτεψε κοντά στό θαυμαστό καί ἐνάρετο ἀσκητή, πού ὀνομαζόταν Λογγίνος, μέ τόν ὁποῖο μαζί μελετοῦσε, συζητοῦσε καί προσευχόταν καί τοῦ ὁποίου σπούδαζε τήν πνευματική διαύγεια καί τή μεγάλη ταπεινοφροσύνη.