Ὁ Μάρτυς Γόρδιος καταγόταν ἀπό τήν Καισάρεια τῆς Καππαδοκίας καί ἔζησε στήν ἐποχή τοῦ βασιλέως Λικινίου (307-323 μ.Χ.). Ἦταν ἀξιωματοῦχος τῆς αὐτοκρατορικής αὐλῆς.
Ὁ Γόρδιος, ἐπειδή δέν ἀνεχόταν νά ἀκούει τίς δυσσεβεῖς διδασκαλίες καί τίς ὕβρεις κατά τοῦ Κυρίου, ἔφυγε καί πῆγε στά ὄρη καί ἐκατοικούσε μαζί μέ τά θηρία. Ἐκεῖ στόν ἔρημο τόπο ἀναθερμάνθηκε ὁ πόθος του γιά τόν Χριστό καί πῆρε θάρρος νά κτυπήσει τήν πλάνη τῆς εἰδωλολατρείας. Ἔτσι κατέβηκε ἀπό τήν ἔρημο στήν πόλη καί ζητοῦσε νά συναντήσει τήν προστάτη τῆς πλάνης. Εἰσῆλθε λοιπόν στό θέατρο καί μέ ὅλη τήν δύναμη τῆς φωνῆς του εἶπε λόγους ὑμνηστικούς γιά τόν Χριστό. Μέ τήν ἡρωϊκή αὐτή μαρτυρία του ὁ Γόρδιος ἔστρεψε τήν προσοχή τοῦ πλήθους πρός τόν ἑαυτό του. Ἡ παρρησία του ὅμως αὐτή ἐξέπληξε καί ἐξόργισε τόν εἰδωλολάτρη ἄρχοντα· γι’ αὐτό καί διέταξε νά τόν θανατώσουν.
Ὁ Ἅγιος Γόρδιος ἐδέχθηκε χαρούμενος τόν διά ξίφους μαρτυρικόν θάνατο καί εἰσῆλθε στήν χαρά τοῦ Κυρίου του.
Ἀπολυτίκιο. Ἠχός δ’. Ταχύ προκατάλαβε.
Τῷ ζήλῳ τῆς πίστεως, πυρποληθείς τήν ψυχήν, αὐτόκλητος ὥρμησας, ἐν τῷ σταδίῳ σοφέ, καί χαίρων ἠγώνισαι· ὅθεν τοῖς ἐξ αὐχένος, ὀχετοῖς τῶν αἱμάτων, ἔσβεσας Ἀθλοφόρε, τῆς κακίας τήν φλόγα· διό σε ὁ Ζωοδότης, Γόρδιε ἐδόξασε.
Κοντάκιον. Ἦχος πλ. δ. Ὡς ἀπαρχάς τῆς φύσεως.
Οἱ σοί ἱδρῶτες ἔνδοξε, τήν πᾶσαν γῆν κατήρδευσαν, καί τοῖς τιμίοις σου αἵμασι Γόρδιε, τόν κόσμον ἅπαντα εὔφρανας· ταῖς εὐχαῖς σου θεόφρον, σῶσον πάντας τούς πίστει σε ἀναμέλποντας, καί τιμῶντας ἀξίως, πανεύφημε ὡς πολύαθλον.
Μεγαλυνάριον
Ἔλιπες στρατείαν τήν ὑλικήν, καί τῇ οὐρανίῳ, πανοπλίᾳ ὀχυρωθείς, τάς ἀντικειμένας, καθεῖλες παρατάξεις, ὡς τοῦ Χριστοῦ ὁπλίτης, ἔνδοξε Γόρδιε.

Ὁ Ὅσιος Θεοδόσιος καταγόταν ἀπό τήν κωμόπολη τῆς Μωγαρισσοῦ, ἡ ὁποία ἀνῆκε στήν ἐπαρχία τῆς Καππαδοκίας. Ἔζησε κατά τούς χρόνους τοῦ Λέοντος τοῦ Θρακός καί ἔφτασε ἕως καί τούς χρόνους τοῦ αὐτοκράτορα Ἀναστασίου (491 – 518 μ.Χ.). Ὁ πατέρας του ὀνομαζόταν Προαιρέσιος καί ἡ μητέρα του Εὐλογία. Ἦταν καί οἱ δυό εὐσεβεῖς καί πιστοί ἄνθρωποι. Ὁ Θεοδόσιος ὅμως, ἀπό θεῖο ζῆλο, δέν ἀκολούθησε τήν ἔγγαμο ζωή, ἀλλά τό μοναχικό βίο. Γι’ αὐτό ἔφυγε ἀπό τήν πατρίδα του καί πῆγε στά Ἱεροσόλυμα νά προσκυνήσει τούς Ἁγίους Τόπους. Στή συνέχεια μετέβη στήν Ἀντιόχεια, ὅπου ἐπισκέφθηκε τόν Ἅγιο Συμεών τόν Στυλίτη, ὁ ὁποῖος τόν ἐμύησε στά τῆς μοναχικῆς πολιτείας καί τῆς ἀρετῆς καί τοῦ προεῖπε ὅτι θά γίνει ποιμένας πολλῶν λογικῶν προβάτων. Ἀσκήτεψε κοντά στό θαυμαστό καί ἐνάρετο ἀσκητή, πού ὀνομαζόταν Λογγίνος, μέ τόν ὁποῖο μαζί μελετοῦσε, συζητοῦσε καί προσευχόταν καί τοῦ ὁποίου σπούδαζε τήν πνευματική διαύγεια καί τή μεγάλη ταπεινοφροσύνη.