Ὁ Ἅγιος Μαρκιανός ἔζησε κατά τήν ἐποχή τῆς βασιλείας τοῦ Μαρκιανοῦ καί τῆς Πουλχαρίας, δηλαδή περί τό 450 – 474 μ.Χ. Οἱ πρόγονοί του κατάγονταν ἀπό τή Ρώμη καί εἶχαν μετοικήσει στήν Κωνσταντινούπολη. Ὁ Ἅγιος εἶχε ἀρχικά προσχωρήσει στήν αἵρεση τῶν Ναυατιανῶν καί ἀφοῦ μετανόησε ἐπέστρεψε στήν πατρώα εὐσέβεια καί δαπάνησε τήν περιουσία του στήν ἀνοικοδόμηση καί ἐπισκευή ναῶν.
Ὁ Ἅγιος ἔχτισε τό ναό τῆς Ἁγίας Εἰρήνης, πρός τό μέρος τῆς θάλασσας καί ἕνα μικρό παρεκκλήσιο τοῦ ναοῦ αὐτοῦ ἀφιέρωσε στόν Ἅγιο Ἰσίδωρο. Ἐπίσης ἀνέγειρε καί τό ναό τῆς Ἁγίας Μάρτυρος Ἀναστασίας, στίς στοές τοῦ Δομνίνου πού ἐγκαινίασε ὁ Πατριάρχης Γεννάδιος, τόν ὁποῖο καί διέσωσε ἀπό τή φωτιά. Πραγματικά, ἐνῶ ἡ φωτιά εἶχε καταφάει ὅλα τά γύρω κτίσματα, ὁ Ἅγιος ἀνέβηκε στήν ὀροφή τοῦ ναοῦ, στάθηκε ὄρθιος, ὕψωσε τά χέρια του πρός τόν οὐρανό καί παρακάλεσε τόν Θεό γιά τή σωτηρία τοῦ ναοῦ. Ἡ προσευχή του εἰσακούσθηκε καί ἡ φωτιά ἔσβησε. Μέ πρωτοβουλία του κτίσθηκε καί ὁ ναός τοῦ Ἁγίου Στρατονίκου.
Ὁ Ἅγιος διακρίθηκε ὡς πρεσβύτερος καί οἰκονόμος τῆς Ἁγίας Σοφίας. Ἡ ἀγάπη του πρός τούς πάσχοντες καί τούς πτωχούς ἦταν μεγάλη.
Ἡ Σύναξη τοῦ Ἁγίου Μαρκιανοῦ ἐτελεῖτο στό Προφητεῖο τοῦ Βαπτιστοῦ Ἰωάννου, κοντά στήν Κινστέρνα, δηλαδή δεξαμενή, τῆς Μωκησίας «ἐν τοῖς Δανιήλ», πού ἦταν κοντά στό ναό τοῦ Ἁγίου Μωκίου.
Ἅγιος Μαρκιανὸς Πρεσβύτερος καὶ Οἰκονόμος τῆς Μεγάλης Ἐκκλησίας (10 Ιανουαρίου)
Κοινοποίηση
Δείτε Επίσης

Ὁ Ὅσιος Θεοδόσιος καταγόταν ἀπό τήν κωμόπολη τῆς Μωγαρισσοῦ, ἡ ὁποία ἀνῆκε στήν ἐπαρχία τῆς Καππαδοκίας. Ἔζησε κατά τούς χρόνους τοῦ Λέοντος τοῦ Θρακός καί ἔφτασε ἕως καί τούς χρόνους τοῦ αὐτοκράτορα Ἀναστασίου (491 – 518 μ.Χ.). Ὁ πατέρας του ὀνομαζόταν Προαιρέσιος καί ἡ μητέρα του Εὐλογία. Ἦταν καί οἱ δυό εὐσεβεῖς καί πιστοί ἄνθρωποι. Ὁ Θεοδόσιος ὅμως, ἀπό θεῖο ζῆλο, δέν ἀκολούθησε τήν ἔγγαμο ζωή, ἀλλά τό μοναχικό βίο. Γι’ αὐτό ἔφυγε ἀπό τήν πατρίδα του καί πῆγε στά Ἱεροσόλυμα νά προσκυνήσει τούς Ἁγίους Τόπους. Στή συνέχεια μετέβη στήν Ἀντιόχεια, ὅπου ἐπισκέφθηκε τόν Ἅγιο Συμεών τόν Στυλίτη, ὁ ὁποῖος τόν ἐμύησε στά τῆς μοναχικῆς πολιτείας καί τῆς ἀρετῆς καί τοῦ προεῖπε ὅτι θά γίνει ποιμένας πολλῶν λογικῶν προβάτων. Ἀσκήτεψε κοντά στό θαυμαστό καί ἐνάρετο ἀσκητή, πού ὀνομαζόταν Λογγίνος, μέ τόν ὁποῖο μαζί μελετοῦσε, συζητοῦσε καί προσευχόταν καί τοῦ ὁποίου σπούδαζε τήν πνευματική διαύγεια καί τή μεγάλη ταπεινοφροσύνη.