Ὁ Ἅγιος Δαμασκηνός καταγόταν ἀπό τό χωριό Γάμπροβο τῆς ἐπαρχίας Τυρνόβου τῆς Βουλγαρίας. Ἦλθε στό Ἅγιον Ὄρος, μόνασε στή μονή τοῦ Χιλανδαρίου καί χειροτονήθηκε πρεσβύτερος. Ἀπό τούς πατέρες τῆς μονῆς ἀπεστάλη στήν πόλη Σφιστόβι τῆς Βουλγαρίας, ὅπου ὑπῆρχε μετόχι τῆς μονῆς. Προτιθέμενος νά ἐπιστρέψει στή μονή τῆς μετάνοιάς του, μετά τό πέρας τῆς ἀποστολῆς του, ζήτησε ἀπό κάποιο Τοῦρκο νά ἐπισπεύσει τήν ἀπόδοση τῶν ὀφειλῶν του πρός τό μετόχι τῆς μονῆς. Ὁ κακόπιστος Τοῦρκος συκοφάντησε τόν Ἅγιο ὅτι εἶχε σχέσεις μέ μωαμεθανή γυναίκα, ἅρπαξε τήν περιουσία τοῦ μετοχίου καί ὁδήγησε μέ βία αὐτόν στόν κριτή. Παρά τίς ἀντιρρήσεις τοῦ κριτοῦ, οἱ ψευδομάρτυρες πέτυχαν τήν δι’ ἀγχόνης θανατική καταδίκη τοῦ Ἁγίου. Παρά τίς ἐπίμονες προτάσεις τῶν Τούρκων νά ἀσπασθεῖ τόν Ἰσλαμισμό, γιά νά κερδίσει τήν ζωή του, ὁ Μάρτυς παρέμεινε σταθερός στήν Ὀρθόδοξη πίστη.
Ἀφοῦ προσευχήθηκε, λίγο πρίν τό μαρτύριό του, δέχθηκε τόν δι’ ἀγχόνης θάνατο τό ἔτος 1771.
Κοινοποίηση
Δείτε Επίσης

Ὁ Ὅσιος Θεοδόσιος καταγόταν ἀπό τήν κωμόπολη τῆς Μωγαρισσοῦ, ἡ ὁποία ἀνῆκε στήν ἐπαρχία τῆς Καππαδοκίας. Ἔζησε κατά τούς χρόνους τοῦ Λέοντος τοῦ Θρακός καί ἔφτασε ἕως καί τούς χρόνους τοῦ αὐτοκράτορα Ἀναστασίου (491 – 518 μ.Χ.). Ὁ πατέρας του ὀνομαζόταν Προαιρέσιος καί ἡ μητέρα του Εὐλογία. Ἦταν καί οἱ δυό εὐσεβεῖς καί πιστοί ἄνθρωποι. Ὁ Θεοδόσιος ὅμως, ἀπό θεῖο ζῆλο, δέν ἀκολούθησε τήν ἔγγαμο ζωή, ἀλλά τό μοναχικό βίο. Γι’ αὐτό ἔφυγε ἀπό τήν πατρίδα του καί πῆγε στά Ἱεροσόλυμα νά προσκυνήσει τούς Ἁγίους Τόπους. Στή συνέχεια μετέβη στήν Ἀντιόχεια, ὅπου ἐπισκέφθηκε τόν Ἅγιο Συμεών τόν Στυλίτη, ὁ ὁποῖος τόν ἐμύησε στά τῆς μοναχικῆς πολιτείας καί τῆς ἀρετῆς καί τοῦ προεῖπε ὅτι θά γίνει ποιμένας πολλῶν λογικῶν προβάτων. Ἀσκήτεψε κοντά στό θαυμαστό καί ἐνάρετο ἀσκητή, πού ὀνομαζόταν Λογγίνος, μέ τόν ὁποῖο μαζί μελετοῦσε, συζητοῦσε καί προσευχόταν καί τοῦ ὁποίου σπούδαζε τήν πνευματική διαύγεια καί τή μεγάλη ταπεινοφροσύνη.