Ὁ Ἅγιος Ἀβράμιος ἦταν Ἐπίσκοπος τῆς Περσικῆς πόλεως Ἀρβήλ ἐπί βασιλέως Σαβωρίου. Κατά τό πέμπτο ἔτος τοῦ διωγμοῦ κατά τῶν Χριστιανῶν, ὁ ὁποῖος ἔγινε στήν Περσία, ὁ Ἅγιος συνελήφθη ἀπό τόν ἀρχιμάγο τοῦ βασιλέως πού ὀνομαζόταν Ἀδελφωρᾶς. Ὁ εἰδωλολάτρης ἀρχιμάγος τόν ἐπίεζε, μέ ἀπειλές καί ὑποσχέσεις νά ἀρνηθεῖ τήν πίστη του στόν Χριστό καί νά θυσιάσει στά εἴδωλα. Τότε ὁ Ἅγιος εἶπε πρός αὐτόν: «Ἄθλιε καί ταλαίπωρε, πῶς δέν φοβᾶσαι προτρέποντάς με νά πράξω κάτι πού δέν πρέπει; Νομίζεις ὅτι εἶναι φυσικό νά ἀρνηθῶ τόν Δημιουργό καί νά προσκυνήσω τό κτίσμα καί δημιούργημά Του;».
Ἡ στάση τοῦ Ἁγίου ἐξόργισε τόν ἄρχοντα, ὁ ὁποῖος ἔδωσε ἐντολή νά τόν μαστιγώσουν μέ ράβδους γεμάτες ρόζους. Ὅση ὥρα τόν ἐκτυποῦσαν ὁ Ἅγιος προσευχόταν καί ἔλεγε: «Κύριε, μήν τούς λογαριάσεις αὐτή τήν ἁμαρτία· δέν ξέρουν τί κάνουν». Καί σέ κάθε βασανιστήριο ἐπεκαλεῖτο τόν Χριστό καί ἔλεγε: «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, βοήθα ἐμένα τόν δοῦλον σου, ἐπειδή σέ ἐσένα πιστεύει ἡ ψυχή μου». Μόλις εἶδε αὐτό ὁ ἀρχιμάγος διέταξε τόν διά ξίφους ἀποκεφαλισμό τοῦ Ἁγίου Ἀβραμίου. Ἔτσι ὁ Ἅγιος παρέδωσε τήν ἁγία του ψυχή στόν Θεό.
Κοινοποίηση
Δείτε Επίσης


Ὁ Ὅσιος Θεοδόσιος καταγόταν ἀπό τήν κωμόπολη τῆς Μωγαρισσοῦ, ἡ ὁποία ἀνῆκε στήν ἐπαρχία τῆς Καππαδοκίας. Ἔζησε κατά τούς χρόνους τοῦ Λέοντος τοῦ Θρακός καί ἔφτασε ἕως καί τούς χρόνους τοῦ αὐτοκράτορα Ἀναστασίου (491 – 518 μ.Χ.). Ὁ πατέρας του ὀνομαζόταν Προαιρέσιος καί ἡ μητέρα του Εὐλογία. Ἦταν καί οἱ δυό εὐσεβεῖς καί πιστοί ἄνθρωποι. Ὁ Θεοδόσιος ὅμως, ἀπό θεῖο ζῆλο, δέν ἀκολούθησε τήν ἔγγαμο ζωή, ἀλλά τό μοναχικό βίο. Γι’ αὐτό ἔφυγε ἀπό τήν πατρίδα του καί πῆγε στά Ἱεροσόλυμα νά προσκυνήσει τούς Ἁγίους Τόπους. Στή συνέχεια μετέβη στήν Ἀντιόχεια, ὅπου ἐπισκέφθηκε τόν Ἅγιο Συμεών τόν Στυλίτη, ὁ ὁποῖος τόν ἐμύησε στά τῆς μοναχικῆς πολιτείας καί τῆς ἀρετῆς καί τοῦ προεῖπε ὅτι θά γίνει ποιμένας πολλῶν λογικῶν προβάτων. Ἀσκήτεψε κοντά στό θαυμαστό καί ἐνάρετο ἀσκητή, πού ὀνομαζόταν Λογγίνος, μέ τόν ὁποῖο μαζί μελετοῦσε, συζητοῦσε καί προσευχόταν καί τοῦ ὁποίου σπούδαζε τήν πνευματική διαύγεια καί τή μεγάλη ταπεινοφροσύνη.