Ὁ Ἅγιος Φιλάγριος ἔζησε κατά τόν 1ο αἰῶνα μ.Χ. καί ὑπῆρξε μαθητής τοῦ Ἀποστόλου Πέτρου. Χειροτονήθηκε Ἐπίσκοπος καί ἀρχιεράτευσε στήν Κύπρο. Ἐκεῖ, ἀφοῦ δίδαξε στό ὄνομα τοῦ Χριστοῦ, ὁδήγησε πολλούς ἐθνικούς στήν πίστη τοῦ Χριστοῦ καί ὑπέμεινε πολλές διώξεις ὑπέρ τῆς ἀληθοῦς πίστεως. Στόν κώδικα τῆς Πετρουπόλεως ἀναγράφεται: «Φιλαγρίου ἐπισκόπου Κύπρου τοῦ εἰς Κούριν». Ἴσως νά ἦταν Ἐπίσκοπος Κουρέων τῆς Κύπρου. Ὡς Ἐπίσκοπο Κύπρου τιμᾶ τόν Ἅγιο καί ἡ Μητρόπολη Λεμεσοῦ. Ὅμως κατά τόν Ἀρχιμανδρίτη Κυπριανό ὁ Ἅγιος Φιλάγριος ὑπῆρξε Ἐπίσκοπος Σόλων. Ὁ Λεόντιος Μαχαιρᾶς στό Χρονικόν του (15ος αἰῶνας μ.Χ.) τόν θεωρεῖ Ἐπίσκοπο Πάφου.
Ὁ Ἅγιος, ἀφοῦ ὑπέμεινε πολλούς πειρασμούς ἀπό τούς δαίμονες καί ἀπό τούς πονηρούς καί ἄπιστους ἀνθρώπους πού δέν σέβονταν τόν Κύριο, εὐχαριστώντας τόν Θεό μέχρι τήν τελευταία του ἀναπνοή, κοιμήθηκε ὁσίως μέ εἰρήνη στήν Σολέα τῆς Κύπρου.
Κοινοποίηση
Δείτε Επίσης


Ὁ Ὅσιος Θεοδόσιος καταγόταν ἀπό τήν κωμόπολη τῆς Μωγαρισσοῦ, ἡ ὁποία ἀνῆκε στήν ἐπαρχία τῆς Καππαδοκίας. Ἔζησε κατά τούς χρόνους τοῦ Λέοντος τοῦ Θρακός καί ἔφτασε ἕως καί τούς χρόνους τοῦ αὐτοκράτορα Ἀναστασίου (491 – 518 μ.Χ.). Ὁ πατέρας του ὀνομαζόταν Προαιρέσιος καί ἡ μητέρα του Εὐλογία. Ἦταν καί οἱ δυό εὐσεβεῖς καί πιστοί ἄνθρωποι. Ὁ Θεοδόσιος ὅμως, ἀπό θεῖο ζῆλο, δέν ἀκολούθησε τήν ἔγγαμο ζωή, ἀλλά τό μοναχικό βίο. Γι’ αὐτό ἔφυγε ἀπό τήν πατρίδα του καί πῆγε στά Ἱεροσόλυμα νά προσκυνήσει τούς Ἁγίους Τόπους. Στή συνέχεια μετέβη στήν Ἀντιόχεια, ὅπου ἐπισκέφθηκε τόν Ἅγιο Συμεών τόν Στυλίτη, ὁ ὁποῖος τόν ἐμύησε στά τῆς μοναχικῆς πολιτείας καί τῆς ἀρετῆς καί τοῦ προεῖπε ὅτι θά γίνει ποιμένας πολλῶν λογικῶν προβάτων. Ἀσκήτεψε κοντά στό θαυμαστό καί ἐνάρετο ἀσκητή, πού ὀνομαζόταν Λογγίνος, μέ τόν ὁποῖο μαζί μελετοῦσε, συζητοῦσε καί προσευχόταν καί τοῦ ὁποίου σπούδαζε τήν πνευματική διαύγεια καί τή μεγάλη ταπεινοφροσύνη.