Ὁ Ἅγιος Μαξιμιανός γεννήθηκε τό ἔτος 498 μ.Χ. στήν περιοχή τῆς Ἰστρίας τῆς Ἰταλίας καί ἀπό ἐκεῖ ἐγκαταστάθηκε στήν Κωνσταντινούπολη. Στίς 14 Ὀκτωβρίου τοῦ ἔτους 546 χειροτονήθηκε στήν Πάτρα, Ἐπίσκοπος Ραβέννας ὑπό τοῦ Ρώμης Βιγιλίου (538 – 555 μ.Χ.).
Στήν πόλη τῆς Ραβέννας ἡ προσωπικότητα καί ἡ ἁγιότητα τοῦ βίου τοῦ Ἁγίου Μαξιμιανοῦ εἶναι ζωντανή στήν ἐκκλησιαστική ἱστορία καί στά χριστιανικά μνημεῖα. Σέ αὐτόν ὀφείλονται τά ἐγκαίνια τῶν περίφημων βασιλικῶν τῆς Ραβέννας, Ἁγίου Βιταλίου καί Ἁγίου Ἀπολλιναρίου, τίς ὁποῖες κόσμησε μέ λαμπρά ψηφιδωτά. Στή Ραβέννα, μέ δική του πρωτοβουλία, ἀνεγέρθη ἐπίσης ὁ ναός τοῦ Πρωτομάρτυρα Στεφάνου, στήν ὁποία ἐναπέθεσε 21 ἱερά λείψανα Ἁγίων.
Ὁ Ἅγιος Μαξιμιανός κοιμήθηκε μέ εἰρήνη τό ἔτος 556 μ.Χ.
Κοινοποίηση
Δείτε Επίσης


Ὁ Ὅσιος Θεοδόσιος καταγόταν ἀπό τήν κωμόπολη τῆς Μωγαρισσοῦ, ἡ ὁποία ἀνῆκε στήν ἐπαρχία τῆς Καππαδοκίας. Ἔζησε κατά τούς χρόνους τοῦ Λέοντος τοῦ Θρακός καί ἔφτασε ἕως καί τούς χρόνους τοῦ αὐτοκράτορα Ἀναστασίου (491 – 518 μ.Χ.). Ὁ πατέρας του ὀνομαζόταν Προαιρέσιος καί ἡ μητέρα του Εὐλογία. Ἦταν καί οἱ δυό εὐσεβεῖς καί πιστοί ἄνθρωποι. Ὁ Θεοδόσιος ὅμως, ἀπό θεῖο ζῆλο, δέν ἀκολούθησε τήν ἔγγαμο ζωή, ἀλλά τό μοναχικό βίο. Γι’ αὐτό ἔφυγε ἀπό τήν πατρίδα του καί πῆγε στά Ἱεροσόλυμα νά προσκυνήσει τούς Ἁγίους Τόπους. Στή συνέχεια μετέβη στήν Ἀντιόχεια, ὅπου ἐπισκέφθηκε τόν Ἅγιο Συμεών τόν Στυλίτη, ὁ ὁποῖος τόν ἐμύησε στά τῆς μοναχικῆς πολιτείας καί τῆς ἀρετῆς καί τοῦ προεῖπε ὅτι θά γίνει ποιμένας πολλῶν λογικῶν προβάτων. Ἀσκήτεψε κοντά στό θαυμαστό καί ἐνάρετο ἀσκητή, πού ὀνομαζόταν Λογγίνος, μέ τόν ὁποῖο μαζί μελετοῦσε, συζητοῦσε καί προσευχόταν καί τοῦ ὁποίου σπούδαζε τήν πνευματική διαύγεια καί τή μεγάλη ταπεινοφροσύνη.