Η Ἁγία Μεγαλομάρτυς Φωτεινή καταγόταν ἀπό τήν Σαμαρειτική πόλη Σιχάρ. Τίς πρῶτες πληροφορίες γιά τήν Ἁγία τίς βρίσκουμε στό Δ’ κεφάλαιο τοῦ κατά Ἰωάννη Εὐαγγελίου.
Κάθε μεσημέρι πήγαινε ἔξω ἀπό τήν πόλη, στό πηγάδι τό λεγόμενο τοῦ Ἰακώβ, καί γέμιζε τήν στάμνα της. Ἐκεῖ, μία ἡμέρα, συνάντησε τόν Ἰησοῦ Χριστό, ὁ Ὁποῖος φανέρωσε σέ αὐτήν ὅλη τή ζωή της. Ὁ Κύριος εἶπε στήν Ἁγία, ὅτι Αὐτός εἶναι «τό ὕδωρ τό ζῶν», δηλαδή ἡ ἀστείρευτη πηγή τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Αὐτό τό «πνευμνατικό ὕδωρ» ἔδωσε ὁ Κύριος στή Σαμαρείτιδα, ἡ ὁποία βαπτίσθηκε Χριστιανή μεταξύ τῶν πρώτων γυναικῶν τῆς Σαμάρειας καί ὀνομάσθηκε Φωτεινή.
Ἀπό τότε ἀφιέρωσε τόν ἑαυτό της στήν διάδοση τοῦ Εὐαγγελίου στήν Ἀφρική καί στή Ρώμη. Ἐκεῖ ἔλαβε καί μαρτυρικό θάνατο ἀπό τόν αὐτοκράτορα Νέρωνα (54 – 68 μ.Χ.), ὅταν αὐτός ἔμαθε ὅτι ἡ Ἁγία Φωτεινή ἔκανε Χριστιανές τήν θυγατέρα του Δομνίνα καί μερικές δοῦλες της.
Μαζί μέ τήν Ἁγία Φωτεινή μαρτύρησαν οἱ υἱοί της καί οἱ πέντε ἀδελφές της.
Πηγή: http://www.synaxarion.gr/gr/index.aspx
Ἀπολυτίκιον. Ἦχος δ’. Ταχύ προκατάλαβε.
Χριστῷ συνομίλησας ἐπί τῷ φρέαρ σεμνή, καί πίστιν εἰσδέδεξαι, τήν πρός αὐτόν ἀκλινῶς, Φωτεινή Ἰσαπόστολε· ὅθεν τῆς εὐσεβείας, ἐφαπλοῦσα τό φέγγος, ἤθλησας ὑπέρ φύσιν, σύν υἱοῖς καί συγγόνοις· μεθ’ ὧν ἀπαύστως πρέσβευε, ὑπέρ τῶν τιμώντων σε.
Ἕτερον Ἀπολυτίκιον. Ἦχος α’. Τῆς ἐρήμου πολίτης.
Τήν πηγήν δεξαμενή τῆς σοφίας καί χάριτος, ἐκ χειλέων Κυρίου Φωτεινή Ἰσαπόστολε, νομίμως ἠγωνίσω πανοικεῖ, καί νέμεις φωτισμόν παρά Θεοῦ, τοῖς προστρέχουσι τῇ σκέπῃ σου τῇ σεπτῇ, καί εὐλαβῶς βοώσί σου. Δόξα τῷ δεδωκότι σοι ἰσχύν, δόξα τῷ σέ στεφανώσαντι, δόξα τῷ χορηγοῦντι διά σοῦ, χάριν ἡμῖν καί ἔλεος.
Κοντάκιον. Ἦχος δ’. Ἐπεφάνης σήμερον.
Τοῦ Χριστοῦ τῆς πίστεως, τό φῶς ἐδέξω, καί αὐτοῦ ἐκήρυξας, τήν παρουσίαν ἐν σαρκί, ὦ Φωτεινή Ἰσαπόστολε, καί μαρτυρίου, ἀγῶσι διέλαμψας.
Μεγαλυνάριον.
Χαίροις Ἰσαπόστολε Φωτεινή, ἡ ζωῆς τό ὕδωρ, δεξαμένη παρά Χριστοῦ· χαίροις ἡ ἐν Ῥώμῃ, ἀθλήσασα ἀνδρείως, σύν πᾶσι τοῖς οἰκείοις, Χριστός δοξάσασα.


Ὁ Ὅσιος Θεοδόσιος καταγόταν ἀπό τήν κωμόπολη τῆς Μωγαρισσοῦ, ἡ ὁποία ἀνῆκε στήν ἐπαρχία τῆς Καππαδοκίας. Ἔζησε κατά τούς χρόνους τοῦ Λέοντος τοῦ Θρακός καί ἔφτασε ἕως καί τούς χρόνους τοῦ αὐτοκράτορα Ἀναστασίου (491 – 518 μ.Χ.). Ὁ πατέρας του ὀνομαζόταν Προαιρέσιος καί ἡ μητέρα του Εὐλογία. Ἦταν καί οἱ δυό εὐσεβεῖς καί πιστοί ἄνθρωποι. Ὁ Θεοδόσιος ὅμως, ἀπό θεῖο ζῆλο, δέν ἀκολούθησε τήν ἔγγαμο ζωή, ἀλλά τό μοναχικό βίο. Γι’ αὐτό ἔφυγε ἀπό τήν πατρίδα του καί πῆγε στά Ἱεροσόλυμα νά προσκυνήσει τούς Ἁγίους Τόπους. Στή συνέχεια μετέβη στήν Ἀντιόχεια, ὅπου ἐπισκέφθηκε τόν Ἅγιο Συμεών τόν Στυλίτη, ὁ ὁποῖος τόν ἐμύησε στά τῆς μοναχικῆς πολιτείας καί τῆς ἀρετῆς καί τοῦ προεῖπε ὅτι θά γίνει ποιμένας πολλῶν λογικῶν προβάτων. Ἀσκήτεψε κοντά στό θαυμαστό καί ἐνάρετο ἀσκητή, πού ὀνομαζόταν Λογγίνος, μέ τόν ὁποῖο μαζί μελετοῦσε, συζητοῦσε καί προσευχόταν καί τοῦ ὁποίου σπούδαζε τήν πνευματική διαύγεια καί τή μεγάλη ταπεινοφροσύνη.