Ὁ Ἅγιος Προτέριος ἔζησε στά χρόνια τῶν βασιλέων Μαρκιανοῦ καί Πουλχερίας. Ἦταν πρεσβύτερος στήν Ἐκκλησία τῆς Ἀλεξανδρείας καί ἔλαβε μέρος στήν Δ’ Οἰκουμενική Σύνοδο, πού συνῆλθε τό ἔτος 451 μ.Χ. στήν Κωνσταντινούπολη, κατά τούς χρόνους τῶν βασιλέων Μαρκιανοῦ καί Πουλχερίας.
Ἡ Σύνοδος καταδίκασε τόν μονοφυσίτη Πατριάρχη Ἀλεξανδρείας Διόσκουρο. Μετά τήν καθαίρεση τοῦ Διοσκούρου, ἐξελέγη Πατριάρχης ὁ Ἅγιος Προτέριος (452 – 457 μ.Χ.), ὁ ὁποῖος διέπρεψε στή Σύνοδο καί ἔφραξε τά στόματα τῶν δυσσεβῶν αἱρετικῶν.
Ὅταν ὁ Ἅγιος ἐπέστρεψε στήν Ἀλεξάνδρεια οἱ ὀπαδοί τοῦ Εὐτυχοῦς καί τοῦ Διοσκούρου προκαλοῦσαν στάσεις καί ρήξεις καί ἐμπόδιζαν νά κατέρχεται τό σιτάρι στήν Ἀλεξάνδρεια μέσῳ τοῦ Πηλουσίου, μέ σκοπό νά πεινάσουν οἱ κάτοικοι τῆς Ἀλεξάνδρειας καί νά στραφοῦν κατά τοῦ Ἁγίου. Ὅμως ὁ αὐτοκράτορας Μαρκιανός, κατόπιν παρακλήσεως τοῦ Ἁγίου, διέταξε τήν διέλευση τοῦ σιταριοῦ διά τῆς Ἀλεξάνδρειας καί ἔτσι σώθηκε ἡ πόλη ἀπό τήν πεῖνα.
Μετά τό θάνατο τοῦ Μαρκιανοῦ οἱ αἱρετικοί θρασύνθηκαν καί κατέφυγαν σέ σατανικές ἐπινοήσεις, γιά νά ἐκπληρώσουν τά ἀσεβή σχέδιά τους καί νά ἐκθρονίσουν τόν Ἅγιο. Ἐπικεφαλῆς αὐτῶν τέθηκε ὁ ἱερεύς Τιμόθεος ὁ Αἵλουρος, ὁ ὁποῖος μέ μύρια τεχνάσματα κατόρθωσε νά διεγείρει κατά τοῦ Ἁγίου Προτερίου τούς ἁπλοϊκούς μοναχούς τῆς Ἀλεξάνδρειας, περιερχόμενος κατά τή διάρκεια τῆς νύχτας τά κελιά τῶν μοναχῶν, λέγοντας ὅτι εἶναι ἄγγελος καί προτρέποντας αὐτούς νά μήν ἔχουν κοινωνία μέ τόν Ἅγιο.
Οἱ μοναχοί παρασύρθηκαν καί προκάλεσαν μεγάλη ταραχή μέ τούς αἱρετικούς, ἐκμεταλλευόμενοι τήν ἀπουσία τοῦ στρατιωτικοῦ διοικητοῦ τῆς πόλεως Διονυσίου. Ὁ Ἅγιος ἀναγκάστηκε νά φύγει, ἀλλά ἐπανῆλθε στήν Ἀλεξάνδρεια καί κρύφθηκε μέσα στήν κολυμβήθρα ἐνός ναοῦ. Οἱ διῶκτες του τόν ἀνακάλυψαν καί τόν κατάσφαξαν μέ ὀξεῖς καλάμους, τό ἔτος 454 μ.Χ., ἐνῷ ἀνεκήρυξαν Πατριάρχη τόν Τιμόθεο. Τό ἱερό λείψανό του τό ἔδεσαν μέ σχοινί καί τό ἔσυραν στούς δρόμους τῆς πόλεως. Τέλος, τό παρέδωσαν στά ζῶα καί τό ἐπίλοιπο τό κατέκαψαν. Καί ὁ νέος Πατριάρχης τολμοῦσε ὅλα αὐτά κατά τήν διάρκεια τῆς Μεγάλης Ἑβδομάδας, χωρίς αὐτό νά τόν ἐμποδίζει νά τελεῖ τίς Ἀκολουθίες τῶν Παθῶν τοῦ Κυρίου.
Ὅταν πληροφορήθηκε τά γενόμενα ὁ διάδοχος τοῦ Μαρκιανοῦ, αὐτοκράτορας Λέων ὁ Μέγας ὁ Θράξ († 457 – 474 μ.Χ.) διέταξε νά δικασθεῖ ὁ Τιμόθεος ὁ Αἵλουρος κανονικά καί νά ἐξορισθεῖ στή Γάγγρα. Ὁμοίως τιμωρήθηκαν καί ὅλοι ἐκεῖνοι πού ἔλαβαν μέρος στό φόνο τοῦ Ἁγίου Προτερίου. Ἀντί δέ τοῦ καθαιρεθέντος Τιμοθέου, Πατριάρχης ἐξελέγη ὁ Ὀρθόδοξος Τιμόθεος ὁ Σαλοφακίολος (460 – 482 μ.Χ.). Ὁ Λέων ἐπέβαλε τίς ἀποφάσεις τῆς Δ’ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, ἐξεδίωξε τούς μονοφυσίτες Ἐπισκόπους Ἀλεξανδρείας καί Ἀντιοχείας καί διόρισε Ὀρθοδόξους στή θέση αὐτῶν.
Ἔτσι ἔζησε καί μαρτύρησε ὁ Ἅγιος Προτέριος καί ἡ μνήμη αὐτοῦ ἀνθεῖ στό βίο τῶν Ἁγίων τῆς Ἐκκλησίας.
Ἅγιος Προτέριος ὁ Ἱερομάρτυρας Ἀρχιεπίσκοπος Ἀλεξανδρείας (28 Φεβρουαρίου)
Κοινοποίηση
Δείτε Επίσης


Ὁ Ὅσιος Θεοδόσιος καταγόταν ἀπό τήν κωμόπολη τῆς Μωγαρισσοῦ, ἡ ὁποία ἀνῆκε στήν ἐπαρχία τῆς Καππαδοκίας. Ἔζησε κατά τούς χρόνους τοῦ Λέοντος τοῦ Θρακός καί ἔφτασε ἕως καί τούς χρόνους τοῦ αὐτοκράτορα Ἀναστασίου (491 – 518 μ.Χ.). Ὁ πατέρας του ὀνομαζόταν Προαιρέσιος καί ἡ μητέρα του Εὐλογία. Ἦταν καί οἱ δυό εὐσεβεῖς καί πιστοί ἄνθρωποι. Ὁ Θεοδόσιος ὅμως, ἀπό θεῖο ζῆλο, δέν ἀκολούθησε τήν ἔγγαμο ζωή, ἀλλά τό μοναχικό βίο. Γι’ αὐτό ἔφυγε ἀπό τήν πατρίδα του καί πῆγε στά Ἱεροσόλυμα νά προσκυνήσει τούς Ἁγίους Τόπους. Στή συνέχεια μετέβη στήν Ἀντιόχεια, ὅπου ἐπισκέφθηκε τόν Ἅγιο Συμεών τόν Στυλίτη, ὁ ὁποῖος τόν ἐμύησε στά τῆς μοναχικῆς πολιτείας καί τῆς ἀρετῆς καί τοῦ προεῖπε ὅτι θά γίνει ποιμένας πολλῶν λογικῶν προβάτων. Ἀσκήτεψε κοντά στό θαυμαστό καί ἐνάρετο ἀσκητή, πού ὀνομαζόταν Λογγίνος, μέ τόν ὁποῖο μαζί μελετοῦσε, συζητοῦσε καί προσευχόταν καί τοῦ ὁποίου σπούδαζε τήν πνευματική διαύγεια καί τή μεγάλη ταπεινοφροσύνη.