Ὁ Ὅσιος Ἀνίνας ἀπό νεαρή ἡλικία ἀγάπησε τήν ἡσυχία καί τήν ἄσκηση. Σέ ἡλικία δεκαπέντε χρόνων ἔχασε τούς γονεῖς του καί ἀποσύρθηκε στήν ἔρημο τῆς Μεσοποταμίας. Ἐκεῖ παρέμεινε κοντά σέ ἕναν μοναχό ὀνόματι Μαϊουμᾶ, ὁ ὁποῖος διακρινόταν γιά τήν ἁγιότητα τοῦ βίου του καί ἔμεινε πλησίον του. Ἡ ἄσκησή τους ἦταν πολύ αὐστηρή, σέ τέτοιο βαθμό πού οἱ Ὅσιοι ἔτρωγαν, πολλές φορές, ἀνά σαράντα ἡμέρες. Ὅταν ὁ μοναχός Μαϊουμᾶς ἀναχώρησε ἀπό τόν τόπο αὐτό, ὁ Ὅσιος παρέμεινε ἐκεῖ καί ἀσκήτευε ὡς ἐρημίτης καί ἡσυχαστής. Καί ἐπειδή μέ τόν ἀγῶνα του ὑπέταξε τά πάθη τῆς σαρκός, ἔλαβε ἀπό τόν Θεό τό χάρισμα τῆς ὑποταγῆς τῶν ἄγριων θηρίων.
Ἡ φήμη τοῦ Ὁσίου ξεπέρασε τά ὅρια τοῦ ἀσκητηρίου του καί πλῆθος πιστῶν τόν ἐπισκέπτονταν γιά νά λάβουν τήν εὐχή του, νά ἀκούσουν πνευματικές συμβουλές καί νά θεραπευθοῦν. Ὁ Ὅσιος εἶχε καί τό χάρισμα τῆς θαυματουργίας καί μέ τήν προσευχή του θεράπευε τούς πάσχοντες καί ἀσθενεῖς.
Ἀκόμη καί τό νερό πού χρειαζόταν ὁ Ὅσιος τό μετέφερε στό κελί του ἀπό τόν Εὐφράτη ποταμό. Γιά τόν λόγο αὐτό καί τίς ἀνάγκες τῶν προσκυνητῶν ἔκτισε μία μικρή δεξαμενή. Ὅταν κάποτε τόν ἐπισκέφθηκαν πολλοί, ὁ Ὅσιος διέταξε τόν ὑποτακτικό του νά φέρει νερό, γιά νά ξεδιψάσουν οἱ ταξιδιῶτες. Ἐκεῖνος τοῦ εἶπε ὅτι τό νερό ἦταν ἐλάχιστο καί δέν θά ἀρκοῦσε γιά ὅλους. Ὁ Ἅγιος τότε ἔστρεψε τό βλέμμα του στόν οὐρανό, προσευχήθηκε μέ πίστη καί εἶπε στόν διακονητή νά πάει νά ἀντλήσει νερό γιά τούς διψασμένους προσκυνητές. Καί, ὢ τοῦ θαύματος! Ἡ δεξαμενή ἦταν γεμάτη νερό δροσερό καί καθαρό. Καί πάντες ἐξεπλάγησαν καί δόξαζαν τόν Θεό γιά τίς εὐεργεσίες Του.
Τό γεγονός αὐτό, ὅτι δηλαδή ὁ Ὅσιος Ἀνίνας μετέφερε ὁ ἴδιος τό νερό ἀπό τόν ποταμό, τό πληροφορήθηκε ὁ Ἐπίσκοπος Καισαρείας Πατρίκιος καί τοῦ χάρισε ἕνα ἀχθοφόρο ζῶο, ὥστε νά τόν ἀπαλλάξει ἀπό τόν κόπο. Κάποια μέρα ὅμως προσῆλθε στό κελί τοῦ Ὁσίου ἕνας πτωχός ἄνθρωπος, τόν ὁποῖο πίεζε ὁ δανειστής του καί τοῦ διηγήθηκε τό πρόβλημά του. Ὁ Ὅσιος δέν θέλησε νά τόν ἀφήσει νά φύγει μέ ἄδεια χέρια καί τοῦ προσέφερε τό ζῶο, γιά νά τό πουλήσει καί νά ξεχρεώσει τόν δανειστή του.
Ὁ Ὅσιος Ἀνίνας ἔκανε καί ἄλλα πολλά θαύματα καί διῆλθε τόν βίο του εὐεργετώντας τούς ἀνθρώπους καί ἰδιαίτερα τούς πάσχοντες καί τούς πτωχούς.
Ἐγκαταβίωσε στό ἀσκητήριό του ἐνενήντα πέντε χρόνια, χωρίς νά μετακινηθεῖ ἀπό τόν τόπο αὐτό. Συνέστησε δέ καί Ἀδελφότητα, τήν ὁποία ἀποτελοῦσαν πολλοί ἀσκητές. Λίγο πρίν τό μακάριο τέλος του, συγκέντρωσε τά μέλη τῆς Ἀδελφότητας, ὅρισε τόν διάδοχό του καί στήν συνέχεια εὐλόγησε τούς μοναχούς. Λίγες ἡμέρες μετά ὁ Ὅσιος Ἀνίνας κοιμήθηκε μέ εἰρήνη σέ ἡλικία ἑκατόν δέκα ἐτῶν.


Ὁ Ὅσιος Θεοδόσιος καταγόταν ἀπό τήν κωμόπολη τῆς Μωγαρισσοῦ, ἡ ὁποία ἀνῆκε στήν ἐπαρχία τῆς Καππαδοκίας. Ἔζησε κατά τούς χρόνους τοῦ Λέοντος τοῦ Θρακός καί ἔφτασε ἕως καί τούς χρόνους τοῦ αὐτοκράτορα Ἀναστασίου (491 – 518 μ.Χ.). Ὁ πατέρας του ὀνομαζόταν Προαιρέσιος καί ἡ μητέρα του Εὐλογία. Ἦταν καί οἱ δυό εὐσεβεῖς καί πιστοί ἄνθρωποι. Ὁ Θεοδόσιος ὅμως, ἀπό θεῖο ζῆλο, δέν ἀκολούθησε τήν ἔγγαμο ζωή, ἀλλά τό μοναχικό βίο. Γι’ αὐτό ἔφυγε ἀπό τήν πατρίδα του καί πῆγε στά Ἱεροσόλυμα νά προσκυνήσει τούς Ἁγίους Τόπους. Στή συνέχεια μετέβη στήν Ἀντιόχεια, ὅπου ἐπισκέφθηκε τόν Ἅγιο Συμεών τόν Στυλίτη, ὁ ὁποῖος τόν ἐμύησε στά τῆς μοναχικῆς πολιτείας καί τῆς ἀρετῆς καί τοῦ προεῖπε ὅτι θά γίνει ποιμένας πολλῶν λογικῶν προβάτων. Ἀσκήτεψε κοντά στό θαυμαστό καί ἐνάρετο ἀσκητή, πού ὀνομαζόταν Λογγίνος, μέ τόν ὁποῖο μαζί μελετοῦσε, συζητοῦσε καί προσευχόταν καί τοῦ ὁποίου σπούδαζε τήν πνευματική διαύγεια καί τή μεγάλη ταπεινοφροσύνη.