Ὁ Ἅγιος Ὁσιομάρτυς Παῦλος καταγόταν ἀπό τήν Κρήτη καί μαρτύρησε ἐπί τοῦ ἀρχισατράπου τῆς νήσου Κρήτης, Θεοφάνους Λαρδοτύρου, ὅπως πληροφορούμαστε ἀπό τόν βίο τοῦ Ἁγίου Στεφάνου τοῦ Νέου, τοῦ ὁποίου τήν μνήμη τιμᾶ ἡ Ἐκκλησία στίς 28 Νοεμβρίου.
Ὁ Στέφανος ἦταν μοναχός στό ὄρος Αὐξεντίου τῆς Βιθυνίας, συνελήφθη ὡς εἰκονόφιλος καί φυλακίσθηκε στήν Κωνσταντινούπολη ἐπί αὐτοκράτορα Κωνσταντίνου Ε’ τοῦ Κοπρώνυμου (740 – 775 μ.Χ.). Μέσα στήν φυλακή βρῆκε καί ἄλλους 342 μοναχούς, πού εἶχαν φυλακισθεῖ γιά τόν ἴδιο λόγο, μεταξύ τῶν ὁποίων καί ἕναν μοναχό ἀπό τήν Κρήτη μέ τό ὄνομα Ἀντώνιος. Αὐτός ἄρχισε νά διηγεῖται στούς ἄλλους φυλακισμένους μοναχούς περί τῆς ἀγριότητας τῶν διωγμῶν στήν Κρήτη καί περί τοῦ μαρτυρίου τοῦ ἀββᾶ Παύλου.
Ὁ ἀρχισατράπης Θεοφάνης, ἀφοῦ ὁδήγησε τόν Ἅγιο Παῦλο στό Πραιτώριο τοῦ Ἡρακλείου, τόν ἐκβίαζε ἢ νά ποδοπατήσει τήν εἰκόνα τοῦ Κυρίου, ὁ Ὁποῖος σταυρώθηκε γιά τόν ἄνθρωπο, ἢ νά ἀκολουθήσει τήν ὁδό τῶν βασανιστηρίων. Ὁ Ἅγιος ὄχι μόνο ἀρνήθηκε νά τό πράξει, ἀλλά γονάτισε καί ἀσπάσθηκε τήν εἰκόνα. Ἐξαγριωμένος ὁ ἀρχισατράπης ἔδωσε ἐντολή νά γδύσουν τόν Ἅγιο καί νά τόν δέσουν μέ σίδερα. Κατόπιν, ἀφοῦ τόν κρέμασε, τόν ἔκαψε ζωντανό. Τό μαρτύριό του τοποθετεῖται περί τό 765 ἢ τό 766 μ.Χ.
Κοινοποίηση
Δείτε Επίσης


Ὁ Ὅσιος Θεοδόσιος καταγόταν ἀπό τήν κωμόπολη τῆς Μωγαρισσοῦ, ἡ ὁποία ἀνῆκε στήν ἐπαρχία τῆς Καππαδοκίας. Ἔζησε κατά τούς χρόνους τοῦ Λέοντος τοῦ Θρακός καί ἔφτασε ἕως καί τούς χρόνους τοῦ αὐτοκράτορα Ἀναστασίου (491 – 518 μ.Χ.). Ὁ πατέρας του ὀνομαζόταν Προαιρέσιος καί ἡ μητέρα του Εὐλογία. Ἦταν καί οἱ δυό εὐσεβεῖς καί πιστοί ἄνθρωποι. Ὁ Θεοδόσιος ὅμως, ἀπό θεῖο ζῆλο, δέν ἀκολούθησε τήν ἔγγαμο ζωή, ἀλλά τό μοναχικό βίο. Γι’ αὐτό ἔφυγε ἀπό τήν πατρίδα του καί πῆγε στά Ἱεροσόλυμα νά προσκυνήσει τούς Ἁγίους Τόπους. Στή συνέχεια μετέβη στήν Ἀντιόχεια, ὅπου ἐπισκέφθηκε τόν Ἅγιο Συμεών τόν Στυλίτη, ὁ ὁποῖος τόν ἐμύησε στά τῆς μοναχικῆς πολιτείας καί τῆς ἀρετῆς καί τοῦ προεῖπε ὅτι θά γίνει ποιμένας πολλῶν λογικῶν προβάτων. Ἀσκήτεψε κοντά στό θαυμαστό καί ἐνάρετο ἀσκητή, πού ὀνομαζόταν Λογγίνος, μέ τόν ὁποῖο μαζί μελετοῦσε, συζητοῦσε καί προσευχόταν καί τοῦ ὁποίου σπούδαζε τήν πνευματική διαύγεια καί τή μεγάλη ταπεινοφροσύνη.