Οἱ Ἅγιοι Μάρτυρες Ἀμφιανός καί Αἰδέσιος ἔζησαν κατά τούς χρόνους τοῦ βασιλέως Μαξιμιανοῦ (286 – 305 μ.Χ.). Ἦταν ἀδελφοί ἀπό τήν ἴδια μητέρα καί κατάγονταν ἀπό τήν χώρα τῆς Λυδίας τῆς Μικρᾶς Ἀσίας. Ὅταν βρίσκονταν στή Βηρυτό, διδάχθηκαν ἀπό τόν Μάρτυρα Πάμφιλο († 5 Νοεμβρίου) τήν πίστη στόν Χριστό. Γι’ αὐτό συνελήφθηκαν καί παρουσιάσθηκαν στόν ἄρχοντα τῆς πόλεως Οὐρβανό. Καί ὁ μέν Ἀμφιανός, ἀφοῦ διακήρυξε πρῶτος μέ παρρησία ὅτι ὁ Χριστός εἶναι ὁ μόνος ἀληθινός Θεός, δέχθηκε πληγές κατά τοῦ προσώπου καί κρεμάσθηκε. Ὑπέμεινε ὅμως καρτερικά τά βασανιστήρια καί ἔμεινε σταθερός καί ἀκλόνητος στήν πίστη του στόν Χριστό, μέχρι πού οἱ εἰδωλολάτρες τόν ἔριξαν στή θάλασσα, γιά νά κερδίσει τό στέφανο τοῦ μαρτυρίου καί τῆς ἀθανασίας.
Ὁ Αἰδέσιος καταδικάσθηκε νά εργασθεῖ στά μεταλλεῖα χαλκοῦ καί ἀπεστάλη στήν Ἀλεξάνδρεια. Εκεί, ὅταν μία μέρα εἶδε τόν ἄρχοντα τῆς Ἀλεξάνδρειας, Ἱεροκλῆ, νά τιμωρεῖ τούς ἐκεῖ Χριστιανούς, ἔτρεξε καί τόν χτύπησε μέ τήν ράβδο. Ἀποτέλεσμα ἦταν νά βασανισθεῖ παραδειγματικά καί τέλος νά τόν ρίξουν στήν θάλασσα. Ἔτσι κέρδισε τό στέφανο τῆς ἀθανασίας καί τῆς οὐράνιας δόξας.
Κοινοποίηση
Δείτε Επίσης


Ὁ Ὅσιος Θεοδόσιος καταγόταν ἀπό τήν κωμόπολη τῆς Μωγαρισσοῦ, ἡ ὁποία ἀνῆκε στήν ἐπαρχία τῆς Καππαδοκίας. Ἔζησε κατά τούς χρόνους τοῦ Λέοντος τοῦ Θρακός καί ἔφτασε ἕως καί τούς χρόνους τοῦ αὐτοκράτορα Ἀναστασίου (491 – 518 μ.Χ.). Ὁ πατέρας του ὀνομαζόταν Προαιρέσιος καί ἡ μητέρα του Εὐλογία. Ἦταν καί οἱ δυό εὐσεβεῖς καί πιστοί ἄνθρωποι. Ὁ Θεοδόσιος ὅμως, ἀπό θεῖο ζῆλο, δέν ἀκολούθησε τήν ἔγγαμο ζωή, ἀλλά τό μοναχικό βίο. Γι’ αὐτό ἔφυγε ἀπό τήν πατρίδα του καί πῆγε στά Ἱεροσόλυμα νά προσκυνήσει τούς Ἁγίους Τόπους. Στή συνέχεια μετέβη στήν Ἀντιόχεια, ὅπου ἐπισκέφθηκε τόν Ἅγιο Συμεών τόν Στυλίτη, ὁ ὁποῖος τόν ἐμύησε στά τῆς μοναχικῆς πολιτείας καί τῆς ἀρετῆς καί τοῦ προεῖπε ὅτι θά γίνει ποιμένας πολλῶν λογικῶν προβάτων. Ἀσκήτεψε κοντά στό θαυμαστό καί ἐνάρετο ἀσκητή, πού ὀνομαζόταν Λογγίνος, μέ τόν ὁποῖο μαζί μελετοῦσε, συζητοῦσε καί προσευχόταν καί τοῦ ὁποίου σπούδαζε τήν πνευματική διαύγεια καί τή μεγάλη ταπεινοφροσύνη.