Ὁ Ἅγιος Ὁσιομάρτυς Γεννάδιος ἦταν μοναχός στή μονή τοῦ Ἁγίου Διονυσίου τοῦ Ἁγίου Ὄρους καί μετέβη στήν Κωνσταντινούπολη μέ προτροπή τοῦ ἡγουμένου αὐτῆς, ὡς συνοδίτης τῶν μοναχῶν Βονιφατίου καί Εὐδοκίμου πού ὅδευαν πρός τό μαρτύριο. Οἱ δύο αὐτοί μοναχοί, ἀφοῦ δείλιασαν πρό τῶν βασάνων καί ἀρνήθηκαν τόν Χριστό, κατήγγειλαν ὡς αἴτιο τῆς πορείας τους πρός τό μαρτύριο, τόν Γεννάδιο. Ἔτσι ὁ Ἅγιος συνελήφθη ἀπό τούς Τούρκους, κλείσθηκε στή φυλακή καί βασανίσθηκε ἀνηλεῶς. Ἐπειδή δέν ἀρνήθηκε τόν Χριστό, καταδικάσθηκε, τό ἔτος 1818, στόν διά ἀποκεφαλισμοῦ θάνατο καί ἔλαβε ἔτσι τό ἁμαράντινο στέφανο τῆς δόξας.
Κοινοποίηση
Δείτε Επίσης


Ὁ Ὅσιος Θεοδόσιος καταγόταν ἀπό τήν κωμόπολη τῆς Μωγαρισσοῦ, ἡ ὁποία ἀνῆκε στήν ἐπαρχία τῆς Καππαδοκίας. Ἔζησε κατά τούς χρόνους τοῦ Λέοντος τοῦ Θρακός καί ἔφτασε ἕως καί τούς χρόνους τοῦ αὐτοκράτορα Ἀναστασίου (491 – 518 μ.Χ.). Ὁ πατέρας του ὀνομαζόταν Προαιρέσιος καί ἡ μητέρα του Εὐλογία. Ἦταν καί οἱ δυό εὐσεβεῖς καί πιστοί ἄνθρωποι. Ὁ Θεοδόσιος ὅμως, ἀπό θεῖο ζῆλο, δέν ἀκολούθησε τήν ἔγγαμο ζωή, ἀλλά τό μοναχικό βίο. Γι’ αὐτό ἔφυγε ἀπό τήν πατρίδα του καί πῆγε στά Ἱεροσόλυμα νά προσκυνήσει τούς Ἁγίους Τόπους. Στή συνέχεια μετέβη στήν Ἀντιόχεια, ὅπου ἐπισκέφθηκε τόν Ἅγιο Συμεών τόν Στυλίτη, ὁ ὁποῖος τόν ἐμύησε στά τῆς μοναχικῆς πολιτείας καί τῆς ἀρετῆς καί τοῦ προεῖπε ὅτι θά γίνει ποιμένας πολλῶν λογικῶν προβάτων. Ἀσκήτεψε κοντά στό θαυμαστό καί ἐνάρετο ἀσκητή, πού ὀνομαζόταν Λογγίνος, μέ τόν ὁποῖο μαζί μελετοῦσε, συζητοῦσε καί προσευχόταν καί τοῦ ὁποίου σπούδαζε τήν πνευματική διαύγεια καί τή μεγάλη ταπεινοφροσύνη.