Οἱ Ἅγιοι αὐτοί Μάρτυρες μαρτύρησαν ἐπί βασιλέως τῆς Περσίας Σαβωρίου (325 – 379 μ.Χ.). Ὁ ἀσεβής βασιλέας τῶν Περσῶν, ἀφοῦ κυρίευσε τήν ἐπικράτεια τῶν Βυζαντινῶν καί κατέστρεψε πολλά κάστρα καί χῶρες, συνέλαβε πολλούς αἰχμαλώτους ἀπό τούς Χριστιανούς. Ἀπό αὐτούς ἄλλοι σφαγιάσθηκαν καί ἄλλοι πέθαναν στόν δρόμο ἀπό κακουχίες. Οἱ ἑκατόν εἴκοσι Μάρτυρες ὁδηγήθηκαν στήν Περσία δεμένοι μέ ἁλυσίδες καί κλείσθηκαν στή φυλακή. Ἐπειδή οἱ Ἅγιοι ὁμολόγησαν τήν πίστη τους στόν Χριστό καί ἀρνοῦνταν νά θυσιάσουν στά εἴδωλα, ὁ Σαβώριος τούς ἔριξε μέσα σέ φωτιά καί ἔτσι τελειώθηκε ὁ βίος τους.
Τό μαρτύριο τῶν Ἁγίων ἔγινε μεταξύ τῶν ἐτῶν 344 – 347 μ.Χ.
Κοινοποίηση
Δείτε Επίσης


Ὁ Ὅσιος Θεοδόσιος καταγόταν ἀπό τήν κωμόπολη τῆς Μωγαρισσοῦ, ἡ ὁποία ἀνῆκε στήν ἐπαρχία τῆς Καππαδοκίας. Ἔζησε κατά τούς χρόνους τοῦ Λέοντος τοῦ Θρακός καί ἔφτασε ἕως καί τούς χρόνους τοῦ αὐτοκράτορα Ἀναστασίου (491 – 518 μ.Χ.). Ὁ πατέρας του ὀνομαζόταν Προαιρέσιος καί ἡ μητέρα του Εὐλογία. Ἦταν καί οἱ δυό εὐσεβεῖς καί πιστοί ἄνθρωποι. Ὁ Θεοδόσιος ὅμως, ἀπό θεῖο ζῆλο, δέν ἀκολούθησε τήν ἔγγαμο ζωή, ἀλλά τό μοναχικό βίο. Γι’ αὐτό ἔφυγε ἀπό τήν πατρίδα του καί πῆγε στά Ἱεροσόλυμα νά προσκυνήσει τούς Ἁγίους Τόπους. Στή συνέχεια μετέβη στήν Ἀντιόχεια, ὅπου ἐπισκέφθηκε τόν Ἅγιο Συμεών τόν Στυλίτη, ὁ ὁποῖος τόν ἐμύησε στά τῆς μοναχικῆς πολιτείας καί τῆς ἀρετῆς καί τοῦ προεῖπε ὅτι θά γίνει ποιμένας πολλῶν λογικῶν προβάτων. Ἀσκήτεψε κοντά στό θαυμαστό καί ἐνάρετο ἀσκητή, πού ὀνομαζόταν Λογγίνος, μέ τόν ὁποῖο μαζί μελετοῦσε, συζητοῦσε καί προσευχόταν καί τοῦ ὁποίου σπούδαζε τήν πνευματική διαύγεια καί τή μεγάλη ταπεινοφροσύνη.