Ὁ Ἅγιος Βαρσανούφιος, κατά κόσμον Βασίλειος, γεννήθηκε τό ἔτος 1495 στό Σέρπουχωφ τῆς Ρωσίας καί καταγόταν ἀπό ἱερατική οἰκογένεια. Ἐνῷ ἦταν νέος, αἰχμαλωτίσθηκε ἀπό τούς Τατάρους τῆς Κριμαίας. Δεχόμενος αὐτό τό γεγονός ὡς θέλημα τοῦ Θεοῦ, ταπεινά ὑποτασσόταν στούς κυρίους του καί μέ προθυμία ἐκπλήρωνε κάθε ἐργασία πού τοῦ ἀνέθεταν. Μετά ἀπό τρία χρόνια ὅμως, ὁ πατέρας του κατάφερε νά τόν ἐξαγοράσει καί νά τόν πάρει πίσω.
Ὁ Ἅγιος ἔγινε μοναχός τό 1515 στή μονή τοῦ Σωτῆρος, τοῦ Ἁγίου Ἀνδρονίκου τῆς Μόσχας καί διακόνησε ὡς ἱεροδιάκονος στήν Ἐπισκοπή τοῦ Τβέρ. Τά χαρίσματά του καί ὁ θεοφιλής βίος του ὁδήγησαν τόν Μητροπολίτη Μόσχας Μακάριο νά τόν τοποθετήσει στή μονή τοῦ Ἁγίου Νικολάου τῆς Πέσνα, κοντά στήν Μόσχα. Ἀργότερα πῆγε στό Καζάν καί ἵδρυσε ἕνα μοναστήρι ἀφιερωμένο στή Μεταμόρφωση τοῦ Σωτῆρος. Ἐνῷ βρισκόταν στό Καζάν, ὁ Ἀρχιμανδρίτης Βαρσανούφιος βοηθοῦσε τόν Ἄγιο Γουρία († 15 Δεκεμβρίου) στήν διάδοση τῆς Χριστιανικῆς πίστεως στούς Μουσουλμάνους καί στούς εἰδωλολάτρες. Ἡ γνώση τῆς ταταρικῆς γλώσσας ἀποδείχθηκε ὅτι ἦταν πολύ χρήσιμη γιά τήν ἱεραποστολική του δράση.
Τό ἔτος 1567 ὁ Ἅγιος Βαρσανούφιος ἐξελέγη Ἐπίσκοπος Τβέρ καί Καζάν. Ὅταν ἔφθασε σέ μεγάλη ἡλικία, ἐπέστρεψε στό Καζάν καί στό μοναστήρι τῆς Μεταμορφώσεως, τό ὁποῖο καί εἶχε ἱδρύσει. Ἐκεῖ ἔλαβε τό Μέγα Ἀγγελικό Σχῆμα καί κοιμήθηκε μέ εἰρήνη, τό ἔτος 1576. Τά ἱερά λείψανα τῶν Ἁγίων Γουρίου καί Βαρσανουφίου ἀνακαλύφθηκαν στίς 4 Ὀκτωβρίου τοῦ ἔτους 1596 καί τοποθετήθηκαν σέ λειψανοθῆκες στό παρεκκλήσι τοῦ ναοῦ, σύμφωνα μέ τίς ὁδηγίες τοῦ Πατριάρχου Ἰώβ. Στίς 20 Ἰουνίου τοῦ ἔτους 1630, τά χαριτόβρυτα λείψανά τους μεταφέρθηκαν ἀπό τό μοναστήρι τῆς Μεταμορφώσεως στόν καθεδρικό ναό τοῦ Εὐαγγελισμοῦ τῆς Θεοτόκου.
Ἡ Ἐκκλησία ἑορτάζει τήν μνήμη του καί στίς 4 Ὀκτωβρίου.


Ὁ Ὅσιος Θεοδόσιος καταγόταν ἀπό τήν κωμόπολη τῆς Μωγαρισσοῦ, ἡ ὁποία ἀνῆκε στήν ἐπαρχία τῆς Καππαδοκίας. Ἔζησε κατά τούς χρόνους τοῦ Λέοντος τοῦ Θρακός καί ἔφτασε ἕως καί τούς χρόνους τοῦ αὐτοκράτορα Ἀναστασίου (491 – 518 μ.Χ.). Ὁ πατέρας του ὀνομαζόταν Προαιρέσιος καί ἡ μητέρα του Εὐλογία. Ἦταν καί οἱ δυό εὐσεβεῖς καί πιστοί ἄνθρωποι. Ὁ Θεοδόσιος ὅμως, ἀπό θεῖο ζῆλο, δέν ἀκολούθησε τήν ἔγγαμο ζωή, ἀλλά τό μοναχικό βίο. Γι’ αὐτό ἔφυγε ἀπό τήν πατρίδα του καί πῆγε στά Ἱεροσόλυμα νά προσκυνήσει τούς Ἁγίους Τόπους. Στή συνέχεια μετέβη στήν Ἀντιόχεια, ὅπου ἐπισκέφθηκε τόν Ἅγιο Συμεών τόν Στυλίτη, ὁ ὁποῖος τόν ἐμύησε στά τῆς μοναχικῆς πολιτείας καί τῆς ἀρετῆς καί τοῦ προεῖπε ὅτι θά γίνει ποιμένας πολλῶν λογικῶν προβάτων. Ἀσκήτεψε κοντά στό θαυμαστό καί ἐνάρετο ἀσκητή, πού ὀνομαζόταν Λογγίνος, μέ τόν ὁποῖο μαζί μελετοῦσε, συζητοῦσε καί προσευχόταν καί τοῦ ὁποίου σπούδαζε τήν πνευματική διαύγεια καί τή μεγάλη ταπεινοφροσύνη.