Ὁ Ἅγιος Ὁσιομάρτυς Ἀγαθάγγελος, κατά κόσμον Ἀθανάσιος, καταγόταν ἀπό τήν Θράκη. Ὁ πατέρας του ὀνομαζόταν Κωνσταντίνος, ἡ δέ μητέρα του Κρυσταλλία. Ὅταν ἦταν νέος, ἐργαζόταν σέ τουρκικό πλοῖο καί πιεζόταν ἀπό τόν πλοίαρχο νά ἀποδεχθεῖ τό Μωαμεθανισμό. Κάποια ἡμέρα, ἀφοῦ τόν πλήγωσαν μέ μαχαίρα πρός ἐκφοβισμό, ὁ Ἀθανάσιος ἐνέδωσε στίς συνεχεῖς πιέσεις καί ἐξισλαμίσθηκε. Μεταμεληθείς ὅμως, ἀναχώρησε ἀργότερα γιά τό Ἅγιον Ὄρος καί εἰσῆλθε στή μονή Ἐσφιγμένου, γενόμενος δεκτός ἀπό τόν ἡγούμενο Εὐθύμιο. Ἐκάρη μοναχός καί ὀνομάσθηκε Ἀγαθάγγελος. Ἀφοῦ ἔλαβε τήν ἀπόφαση νά μαρτυρήσει ὑπέρ τοῦ Χριστοῦ, ἔφυγε ἀπό τό Ἅγιον Ὄρος καί ἦλθε στή Σμύρνη ὅπου ἐπεζήτησε τό μαρτύριο, ἀποκηρύσσοντας δημόσια τή Μουσουλμανική θρησκεία. Ὀμολογώντας τόν Χριστό καταδικάσθηκε σέ ἀποκεφαλισμό τό ἔτος 1818, ἡμέρα Σάββατο.
Οἱ εὐσεβεῖς Χριστιανοί τῆς Σμύρνης, ἀγόρασαν τό ἱερό λείψανο τοῦ Ὁσιομάρτυρος καί τό μετέφεραν μέ τιμές στό ναό τοῦ Ἁγίου Γεωργίου. Τό λείψανό του ἐνταφιάσθηκε στόν τάφο τοῦ νεομάρτυρα Δήμου, ὁ ὁποῖος εἶχε μαρτυρήσει στή Σμύρνη τό ἔτος 1763. Μέρος δέ τοῦ λειψάνου, ἡ Ἁγία καί Θαυματουργός κάρα μετά τῆς δεξιᾶς χειρός καί μιᾶς πλευρᾶς τοῦ Ἁγίου, μετακομίσθηκε τό ἔτος 1844 στή μονή Ἐσφιγμένου.
Πηγή: http://www.synaxarion.gr/gr/index.aspx
Ἀπολυτίκιον. Ἦχος δ’. Ταχύ προκατάλαβε.
Ἀσκήσεως νάμασι, καταρδευθεῖς τήν ψυχήν, Μαρτύρων ἐξήστραψας, μαρμαρυγάς φωταυγεῖς, σοφέ Ἀγαθάγγελε· ὅθεν ἐν ἀμφοτέροις, ἀκριβῶς διαπρέψας, ᾔσχυνας τούς ἐξ Ἄγαρ, τόν Χριστόν μεγαλύνας. Αὐτόν οὖν Ὁσιομάρτυς, ἡμῖν ἱλέωσαι.
Κοντάκιον. Ἦχος πλ. δ’. Τῇ ὑπερμάχῳ.
Ὡς τῶν Ὁσίων ζηλωτήν καί ὁμοδίαιτον
Καί τῶν Μαρτύρων μιμητήν καί ἰσοστάσιον
Ἀνυμνοῦμέν σε συμφώνως Ὁσιομάρτυς·
Φερωνύμως γάρ ἐφάνης νέος ἄγγελος
Ἀγαθῶν ἀγγελιῶν τῶν ὑπέρ ἔννοιαν
Τοῖς βοῶσί σοι· χαίροις μάκαρ Ἀγαθάγγελε.
Μεγαλυνάριον.
Πῦρ τό ζωηφόρον ἔνδον λαβών, ὅλως ἀνεφλέχθης, τῇ ἀγάπῃ τοῦ Ἰησοῦ· ὅθεν καί ἀθλήσας, αὐτοῦ βλέπεις τό κάλλος, ὡς πάλαι ἐπεθύμεις, ὦ Ἀγαθάγγελε.


Ὁ Ὅσιος Θεοδόσιος καταγόταν ἀπό τήν κωμόπολη τῆς Μωγαρισσοῦ, ἡ ὁποία ἀνῆκε στήν ἐπαρχία τῆς Καππαδοκίας. Ἔζησε κατά τούς χρόνους τοῦ Λέοντος τοῦ Θρακός καί ἔφτασε ἕως καί τούς χρόνους τοῦ αὐτοκράτορα Ἀναστασίου (491 – 518 μ.Χ.). Ὁ πατέρας του ὀνομαζόταν Προαιρέσιος καί ἡ μητέρα του Εὐλογία. Ἦταν καί οἱ δυό εὐσεβεῖς καί πιστοί ἄνθρωποι. Ὁ Θεοδόσιος ὅμως, ἀπό θεῖο ζῆλο, δέν ἀκολούθησε τήν ἔγγαμο ζωή, ἀλλά τό μοναχικό βίο. Γι’ αὐτό ἔφυγε ἀπό τήν πατρίδα του καί πῆγε στά Ἱεροσόλυμα νά προσκυνήσει τούς Ἁγίους Τόπους. Στή συνέχεια μετέβη στήν Ἀντιόχεια, ὅπου ἐπισκέφθηκε τόν Ἅγιο Συμεών τόν Στυλίτη, ὁ ὁποῖος τόν ἐμύησε στά τῆς μοναχικῆς πολιτείας καί τῆς ἀρετῆς καί τοῦ προεῖπε ὅτι θά γίνει ποιμένας πολλῶν λογικῶν προβάτων. Ἀσκήτεψε κοντά στό θαυμαστό καί ἐνάρετο ἀσκητή, πού ὀνομαζόταν Λογγίνος, μέ τόν ὁποῖο μαζί μελετοῦσε, συζητοῦσε καί προσευχόταν καί τοῦ ὁποίου σπούδαζε τήν πνευματική διαύγεια καί τή μεγάλη ταπεινοφροσύνη.