Ὁ Ἅγιος Νεομάρτυς Ἰωάννης καταγόταν ἀπό τήν πόλη Σούμνα τῆς Βουλγαρίας καί ἀσκοῦσε τό ἐπάγγελμα τοῦ χρυσοχόου. Ἦταν ὡραῖος στήν ὄψη καί ἐνάρετος. Τόν Ἰωάννη ἐρωτεύθηκε μία Ὀθωμανή, πού κατοικοῦσε κοντά στό ἐργαστήριό του. Ἐπειδή ἀπέτυχε στήν προσπάθειά της νά ἑλκύσει τόν Ἰωάννη, ἡλικίας δεκαοκτῶ ἐτῶν, τόν συκοφάντησε ὅτι ἀποπειράθηκε νά τήν βιάσει. Κατόπιν τούτου, συνελήφθη καί ὁδηγήθηκε στόν κριτή, ὁ ὁποῖος τόν πίεζε νά ἀλλαξοπιστήσει καί νά νυμφευθεῖ τήν δῆθεν βιασμένη ἀπό αὐτόν γυναῖκα. Ὁ Ἰωάννης, ἀφοῦ ἀντέκρουσε τήν ἐναντίον του συκοφαντία, δήλωσε πρός τόν κριτή ὅτι ἦταν καί θά παρέμενε μέχρι τέλους πιστός στήν Χριστιανική πίστη του. Γιά τόν λόγο αὐτό βασανίσθηκε σκληρά καί κλείσθηκε στή φυλακή. Ἡ πίστη τοῦ Νεομάρτυρα ἦταν ἀκατάβλητη. Οἱ βασανιστές τόν ἔβαλαν σέ τροχό, ἔσκισαν τό δέρμα αὐτοῦ ἀπό τῆς κοιλιᾶς μέχρι τοῦ λαιμοῦ καί τόν ἔκαιγαν μέ ἀναμμένες λαμπάδες. Τέλος, μέ διαταγή τοῦ μουφτῆ, οἱ δήμιοι τόν ἀποκεφάλισαν τό 1802.
Κοινοποίηση
Δείτε Επίσης


Ὁ Ὅσιος Θεοδόσιος καταγόταν ἀπό τήν κωμόπολη τῆς Μωγαρισσοῦ, ἡ ὁποία ἀνῆκε στήν ἐπαρχία τῆς Καππαδοκίας. Ἔζησε κατά τούς χρόνους τοῦ Λέοντος τοῦ Θρακός καί ἔφτασε ἕως καί τούς χρόνους τοῦ αὐτοκράτορα Ἀναστασίου (491 – 518 μ.Χ.). Ὁ πατέρας του ὀνομαζόταν Προαιρέσιος καί ἡ μητέρα του Εὐλογία. Ἦταν καί οἱ δυό εὐσεβεῖς καί πιστοί ἄνθρωποι. Ὁ Θεοδόσιος ὅμως, ἀπό θεῖο ζῆλο, δέν ἀκολούθησε τήν ἔγγαμο ζωή, ἀλλά τό μοναχικό βίο. Γι’ αὐτό ἔφυγε ἀπό τήν πατρίδα του καί πῆγε στά Ἱεροσόλυμα νά προσκυνήσει τούς Ἁγίους Τόπους. Στή συνέχεια μετέβη στήν Ἀντιόχεια, ὅπου ἐπισκέφθηκε τόν Ἅγιο Συμεών τόν Στυλίτη, ὁ ὁποῖος τόν ἐμύησε στά τῆς μοναχικῆς πολιτείας καί τῆς ἀρετῆς καί τοῦ προεῖπε ὅτι θά γίνει ποιμένας πολλῶν λογικῶν προβάτων. Ἀσκήτεψε κοντά στό θαυμαστό καί ἐνάρετο ἀσκητή, πού ὀνομαζόταν Λογγίνος, μέ τόν ὁποῖο μαζί μελετοῦσε, συζητοῦσε καί προσευχόταν καί τοῦ ὁποίου σπούδαζε τήν πνευματική διαύγεια καί τή μεγάλη ταπεινοφροσύνη.