Τό 1087 μ.Χ., ἐπί αὐτοκράτορα Ἀλεξίου Κομνηνοῦ (1081 – 1118) καί Πατριάρχου Νικολάου Γ’ τοῦ Γραμματικοῦ (1084 – 1111), ἡ ἐπαρχία τῆς Λυκίας καί ἡ πόλη τῶν Μύρων δεινοπαθοῦν ἀπό τούς Ἀγαρηνούς. Γι’ αὐτό καί οἱ μοναχοί, πού διακονοῦσαν στό προσκύνημα τοῦ Ἁγίου Νικολάου, συναινοῦν στήν πρόταση «ἐμπόρων» ἀπό τό Μπάρι τῆς Ἰταλίας, πού στήν πραγματικότητα ἦταν κληρικοί, νά πραγματοποιήσουν τήν ἀνακομιδή τῶν ἱερῶν λειψάνων καί τή μετακομιδή στό Μπάρι.
Κατά τήν συναξαριστική παράδοση τό ἅγιο λείψανο ἀνεχώρησε τήν 1η Ἀπριλίου τοῦ 1087 καί ἔφθασε στό Μπάρι στίς 20 Μαΐου.
Πηγή: http://www.synaxarion.gr/gr/index.aspx
Ἀπολυτίκιον. Ἦχος δ’.
Κανόνα πίστεως, καί εἰκόνα πραότητος, ἐγκρατείας διδάσκαλον, ἀνέδειξέ σε τῇ ποίμνῃ σου, ἡ τῶν πραγμάτων ἀλήθεια· διά τοῦτο ἐκτήσω τῇ ταπεινώσει τά ὑψηλά, τῇ πτωχείᾳ τά πλούσια, Πάτερ Ἱεράρχα Νικόλαε, πρέσβευε Χριστῷ τῷ Θεῷ, σωθῆναι τάς ψυχάς ἡμῶν.
Ἕτερον Ἀπολυτίκιον. Ἦχος δ’. Ταχύ προκατάλαβε.
Τοῦ θείου λειψάνου σου τῇ μεταθέσει σοφέ, πιστῶς ἑορτάζοντες ἐν εὐφροσύνῃ ψυχῆς, βοῶμέν σοι Ἅγιε· Δίδου ταύτῃ τῇ πόλει, τήν πλουσίαν σου χάριν· Γίνου τοῖς ἐν θαλάσσῃ, ἀσφαλής κυβερνήτης, Νικόλαε μακάριε, Ἀρχιερέων καύχημα.
Κοντάκιον. Ἦχος δ’. Ἐπεφάνης σήμερον.
Τοῦ σεπτοῦ λειψάνου σου τῇ μεταθέσει, ἑορτήν σου ἄγοντες, ἐπιβοώμεθα θερμῶς, τήν σήν ταχεῖαν βοήθειαν, θαυματοφόρε Νικόλαε Ὅσιε.
Μεγαλυνάριον.
Χάριν ἀναβλῦζον παρά Θεοῦ, Νικόλαε Πάτερ, τό σόν λείψανον τό σεπτόν, πάντας ἁγιάζει, τούς πίστει εὐφημοῦντας, τήν τούτου νῦν ἐκ τάφου θείαν μετάθεσιν.


Ὁ Ὅσιος Θεοδόσιος καταγόταν ἀπό τήν κωμόπολη τῆς Μωγαρισσοῦ, ἡ ὁποία ἀνῆκε στήν ἐπαρχία τῆς Καππαδοκίας. Ἔζησε κατά τούς χρόνους τοῦ Λέοντος τοῦ Θρακός καί ἔφτασε ἕως καί τούς χρόνους τοῦ αὐτοκράτορα Ἀναστασίου (491 – 518 μ.Χ.). Ὁ πατέρας του ὀνομαζόταν Προαιρέσιος καί ἡ μητέρα του Εὐλογία. Ἦταν καί οἱ δυό εὐσεβεῖς καί πιστοί ἄνθρωποι. Ὁ Θεοδόσιος ὅμως, ἀπό θεῖο ζῆλο, δέν ἀκολούθησε τήν ἔγγαμο ζωή, ἀλλά τό μοναχικό βίο. Γι’ αὐτό ἔφυγε ἀπό τήν πατρίδα του καί πῆγε στά Ἱεροσόλυμα νά προσκυνήσει τούς Ἁγίους Τόπους. Στή συνέχεια μετέβη στήν Ἀντιόχεια, ὅπου ἐπισκέφθηκε τόν Ἅγιο Συμεών τόν Στυλίτη, ὁ ὁποῖος τόν ἐμύησε στά τῆς μοναχικῆς πολιτείας καί τῆς ἀρετῆς καί τοῦ προεῖπε ὅτι θά γίνει ποιμένας πολλῶν λογικῶν προβάτων. Ἀσκήτεψε κοντά στό θαυμαστό καί ἐνάρετο ἀσκητή, πού ὀνομαζόταν Λογγίνος, μέ τόν ὁποῖο μαζί μελετοῦσε, συζητοῦσε καί προσευχόταν καί τοῦ ὁποίου σπούδαζε τήν πνευματική διαύγεια καί τή μεγάλη ταπεινοφροσύνη.