Η Ἁγία Ὁσιομάρτυς Θεοδοσία καταγόταν ἀπό τήν Κωνσταντινούπολη καί γεννήθηκε ἀπό γονεῖς πλουσίους καί εὐσεβεῖς. Σέ ἡλικία ἑπτά ἐτῶν, ἀφοῦ ἔμεινε ὀρφανή ἀπό πατέρα, εἰσῆλθε σέ μοναστήρι, ὅπου μετά ἀπό λίγο ἐκάρη μοναχή. Μετά τόν θάνατο καί τῆς μητέρας της, ἀφοῦ ἐπούλησε καί διεμοίρασε στούς φτωχούς τά ὑπάρχοντά της, ἀπαλλάχτηκε ἔτσι ἀπό τίς γήινες φροντίδες, ἐπιδόθηκε μέ μεγαλύτερο ζῆλο, στήν ἀπόκτηση τῆς τελειότητος καί τῶν μοναχικῶν ἀρετῶν, ἀσκούμενη στή μονή πού βρισκόταν κοντά στό Σκοτεινό Φρέαρ καί ἐπονομαζόταν Ἀσπάρου στέρνη.
Ὅταν ἦλθε στό θρόνο ὁ Λέων ὁ Ἴσαυρος (717 – 741 μ.Χ.), ἐξαπολύθηκε ἄγριος διωγμός ἐναντίον τῶν εἰκονόφιλων καί τῶν ἱερῶν εἰκόνων, ὁ δέ Πατριάρχης Γερμανός, στερεός προμαχώνας τῆς Ὀρθοδοξίας, ἐκδιώχθηκε καί ἀντικαταστάθηκε ἀπό τόν εἰκονομάχο Ἀναστάσιο. Κατά τήν ἔναρξη τοῦ διωγμοῦ διέταξε τήν καθαίρεση καί καταστροφή τῆς εἰκόνος τοῦ Χριστοῦ, ἡ ὁποία εὑρισκόταν ἐπί τῆς Χαλκῆς Πύλης.
Τότε ἡ Θεοδοσία, ἐπικεφαλῆς καλογραιῶν καί ἄλλων γυναικῶν, ὅρμησαν καί κατέρριψαν ἀπό τήν κινητή σκάλα τό σπαθάριο πού ἀνέβηκε, γιά νά καταστρέψει τήν εἰκόνα, καί μέ πέτρες καί ξύλα ἐπετέθησαν κατά τοῦ Πατριαρχείου. Μπροστά σέ αὐτή τήν κατάσταση ὁ Πατριάρχης Ἀναστάσιος ἀναγκάσθηκε νά ἐγκαταλείψει τό Πατριαρχείο. Ἡ στρατιωτική δύναμη πού ἐπενέβη, ἄλλες μέν ἀπό τίς γυναῖκες ἐφόνευσε, ἄλλες δέ, μεταξύ τῶν ὁποίων καί τήν Θεοδοσία, συνέλαβε. Καί ἀπό τίς συλληφθεῖσες ἄλλες ἐλευθέρωσαν, ἄλλες ἐνέκλεισαν στίς φυλακές ἢ ἐξαπέστειλαν στήν ἐξορία. Τήν δέ Θεοδοσία, ἀφοῦ ἐκακοποίησαν, τήν ὁδήγησαν στήν τοποθεσία τοῦ Βοός καί τήν κατέσφαξαν, ἀφοῦ διαπέρασαν τό λαιμό της διά κέρατος κριοῦ (730 μ.Χ.). Τό τίμιο λείψανό της περισυνελέγη καί ἐνταφιάσθηκε στή μονή Δεξιοκράτους, πολλά δέ θαύματα ἐπιτελοῦσε στούς πιστούς, πού προσέρχονταν μέ πίστη καί εὐλάβεια.


Ὁ Ὅσιος Θεοδόσιος καταγόταν ἀπό τήν κωμόπολη τῆς Μωγαρισσοῦ, ἡ ὁποία ἀνῆκε στήν ἐπαρχία τῆς Καππαδοκίας. Ἔζησε κατά τούς χρόνους τοῦ Λέοντος τοῦ Θρακός καί ἔφτασε ἕως καί τούς χρόνους τοῦ αὐτοκράτορα Ἀναστασίου (491 – 518 μ.Χ.). Ὁ πατέρας του ὀνομαζόταν Προαιρέσιος καί ἡ μητέρα του Εὐλογία. Ἦταν καί οἱ δυό εὐσεβεῖς καί πιστοί ἄνθρωποι. Ὁ Θεοδόσιος ὅμως, ἀπό θεῖο ζῆλο, δέν ἀκολούθησε τήν ἔγγαμο ζωή, ἀλλά τό μοναχικό βίο. Γι’ αὐτό ἔφυγε ἀπό τήν πατρίδα του καί πῆγε στά Ἱεροσόλυμα νά προσκυνήσει τούς Ἁγίους Τόπους. Στή συνέχεια μετέβη στήν Ἀντιόχεια, ὅπου ἐπισκέφθηκε τόν Ἅγιο Συμεών τόν Στυλίτη, ὁ ὁποῖος τόν ἐμύησε στά τῆς μοναχικῆς πολιτείας καί τῆς ἀρετῆς καί τοῦ προεῖπε ὅτι θά γίνει ποιμένας πολλῶν λογικῶν προβάτων. Ἀσκήτεψε κοντά στό θαυμαστό καί ἐνάρετο ἀσκητή, πού ὀνομαζόταν Λογγίνος, μέ τόν ὁποῖο μαζί μελετοῦσε, συζητοῦσε καί προσευχόταν καί τοῦ ὁποίου σπούδαζε τήν πνευματική διαύγεια καί τή μεγάλη ταπεινοφροσύνη.