Ὁ Ἅγιος Μάρτυς Ἑρμείας καταγόταν ἀπό τά Κόμανα τῆς Καππαδοκίας καί ἄθλησε κατά τούς χρόνους τοῦ αὐτοκράτορος Μάρκου Αὐρηλίου τοῦ Ἀντωνίνου (138 – 161 μ.Χ.). Ὑπηρετώντας ὡς στρατιώτης στίς Ρωμαϊκές λεγεῶνες, κατά τό διωγμό πού κινήθηκε τότε ἐναντίον τῶν Χριστιανῶν, διεβλήθη καί αὐτός ὡς Χριστιανός, συνελήφθη δέ καί ὁδηγήθηκε ἐνώπιον τοῦ δούκα Σεβαστιανοῦ, ἐξαναγκαζόμενος νά θυσιάσει στά εἴδωλα. Ὁ Ἑρμείας ἀρνήθηκε νά ὑπακούσει καί ἐξ αἰτίας αὐτοῦ τοῦ συνέτριψαν τίς σιαγόνες, τοῦ ἔγδαραν τό δέρμα τοῦ προσώπου, τοῦ ἔσπασαν τούς ὀδόντες καί τόν ἔριξαν σέ ἀναμμένο καμίνι.
Ἀφοῦ ἐξῆλθε ἀβλαβής ἀπό τά μαρτύρια αὐτά, ποτίστηκε μέ ἰσχυρότατο δηλητήριο. Ἀλλά καί ἀπό τή δοκιμασία αὐτή ἐξῆλθε ἀβλαβής, καί ἔγινε πρόξενος μεταστροφῆς πρός τόν Χριστό τοῦ μάγου πού τοῦ χορήγησε αὐτό. Γι’ αὐτό τόν λόγο ὁ μάγος ἀποκεφαλίσθηκε, ὅπως καί πολλοί ἄλλοι εἰδωλολάτρες. Ὑποβλήθηκε σέ σειρά νέων βασανιστηρίων, τέθηκε ἐντός ζέοντος ἐλαίου καί τυφλώθηκε, στή συνέχεια δέ ἐπί τρεῖς ἡμέρες, ἀφοῦ κρεμάσθηκε σέ δένδρο, τελειώθηκε διά ἀποκεφαλισμοῦ. Ἀξιώθηκε ἔτσι τοῦ μαρτυρικοῦ στεφάνου.
Πηγή: http://www.synaxarion.gr/gr/index.aspx
Ἀπολυτίκιο. Ἦχος δ’. Ταχύ προκατάλαβε.
Χριστῷ στρατευσάμενος, τῷ Βασιλεῖ τοῦ παντός, γενναίως διέκοψας, τάς παρατάξεις ἐχθρῶν, Ἑρμεία πανένδοξε· σύ γάρ ἐγκαρτερήσας, πολυτρόποις αἰκίαις, ἤθλησας ἐν τῷ γήρᾳ, ὡς τοῦ Λόγου ὁπλίτης· ᾧ πρέσβευε Ἀθλοφόρε, σώζεσθαι ἅπαντας.
Κοντάκιον. Ἦχος γ’. Ἡ Παρθένος σήμερον.
Τοῦ Χριστοῦ τό ὄνομα, ὁμολογήσας εὐτόνως, καί σφοδρῶν κολάσεων, ὑπενεγκών τάς ὀδύνας, ᾔσχυνας, τῶν παρανόμων τάς ἐπινοίας· ἔδειξας, τῆς εὐσεβείας πᾶσι τό κράτος· διά τοῦτό σε Ἑρμεία, ὁ Ἀθλοθέτης Λόγος ἐδόξασε.
Μεγαλυνάριον.
Ὅπλοις ἀληθείας περιφραχθείς, κάθεῖλες τοῦ ψεύδους, Ἀθλοφόρε τόν εὑρετήν, ἐν γήρᾳ νεάζον, ψυχῆς φρόνημα φέρων, καί ἤθλησας νομίμως, Ἑρμεία ἔνδοξε.


Ὁ Ὅσιος Θεοδόσιος καταγόταν ἀπό τήν κωμόπολη τῆς Μωγαρισσοῦ, ἡ ὁποία ἀνῆκε στήν ἐπαρχία τῆς Καππαδοκίας. Ἔζησε κατά τούς χρόνους τοῦ Λέοντος τοῦ Θρακός καί ἔφτασε ἕως καί τούς χρόνους τοῦ αὐτοκράτορα Ἀναστασίου (491 – 518 μ.Χ.). Ὁ πατέρας του ὀνομαζόταν Προαιρέσιος καί ἡ μητέρα του Εὐλογία. Ἦταν καί οἱ δυό εὐσεβεῖς καί πιστοί ἄνθρωποι. Ὁ Θεοδόσιος ὅμως, ἀπό θεῖο ζῆλο, δέν ἀκολούθησε τήν ἔγγαμο ζωή, ἀλλά τό μοναχικό βίο. Γι’ αὐτό ἔφυγε ἀπό τήν πατρίδα του καί πῆγε στά Ἱεροσόλυμα νά προσκυνήσει τούς Ἁγίους Τόπους. Στή συνέχεια μετέβη στήν Ἀντιόχεια, ὅπου ἐπισκέφθηκε τόν Ἅγιο Συμεών τόν Στυλίτη, ὁ ὁποῖος τόν ἐμύησε στά τῆς μοναχικῆς πολιτείας καί τῆς ἀρετῆς καί τοῦ προεῖπε ὅτι θά γίνει ποιμένας πολλῶν λογικῶν προβάτων. Ἀσκήτεψε κοντά στό θαυμαστό καί ἐνάρετο ἀσκητή, πού ὀνομαζόταν Λογγίνος, μέ τόν ὁποῖο μαζί μελετοῦσε, συζητοῦσε καί προσευχόταν καί τοῦ ὁποίου σπούδαζε τήν πνευματική διαύγεια καί τή μεγάλη ταπεινοφροσύνη.