Ὁἱ Ἁγίες Παρθενομάρτυρες Ἀρχελαΐς, Θέκλα καί Σωσάνα κατάγονταν ἀπό τήν Ρώμη καί ἀσκήτευαν θεοφιλῶς σέ ἕνα μοναστήρι κοντά στή Ρώμη. Κατά τήν διάρκεια τῶν διωγμῶν, ἐπί αὐτοκράτορος Διοκλητιανοῦ (284 – 305 μ.Χ.), ἐνεδύθησαν ἐνδύματα λαϊκῶν, γιά νά διαφύγουν τή σύλληψη, καί κατέφυγαν στήν Καμπανία. Ἀφοῦ ἐγκατεστάθησαν σέ ἕναν ἔρημο τόπο, συνέχισαν τή ζωή τῆς ἀσκήσεως καί τῆς προσευχῆς. Ὁ Θεός, βλέποντας τήν ὁσιότητα τοῦ βίου τους καί τήν καθαρότητα τῆς καρδίας τους, τίς ἀξίωσε τοῦ χαρίσματος τῆς θαυματουργίας. Ἔτσι ἐθεράπευσαν πολλούς ἀσθενεῖς καί μετέστρεψαν στόν Χριστό πολλούς εἰδωλολάτρες.
Ὅταν ὁ ἔπαρχος ἐπληροφορήθηκε γι’ αὐτές, ἔδωσε ἐντολή νά συλληφθοῦν καί νά ὁδηγηθοῦν στό Σαλέρνο. Τίς ἀπείλησε μέ βασανιστήρια καί θάνατο, ἐάν δέν ἀρνοῦνταν τήν πίστη τους στόν Χριστό καί τίς διέταξε νά θυσιάσουν στά εἴδωλα. Μέ πνευματική ἀνδρεία καί ἔχουσα τήν ἐλπίδα της πρός τόν Κύριο, ἡ Ἀρχελαΐς ἀρνήθηκε καί κατήγγειλε δημοσίως τήν ψευδή θρησκεία τῶν εἰδώλων. Κατόπιν τούτου ὁ ἔπαρχος διέταξε νά ρίψουν τήν Ἁγία στά πεινασμένα θηρία. Ὅμως οἱ λέοντες, ἀντί νά τήν κάνουν κομμάτια, τήν ἐπλησίασαν καί μέ τρυφερότητα ἔπεσαν στούς πόδες της. Ὁ ἔπαρχος, βλέποντας τό γεγονός αὐτό, διέταξε τόν ἐγκλεισμό τῶν τριῶν παρθένων στή φυλακή. Οἱ βασανιστές ἄρχισαν νά καταξεσκίζουν τίς σάρκες τῶν Ἁγίων Μαρτύρων καί νά χύνουν καυτή πίσσσα στίς πληγές τους. Οἱ Ἁγίες προσεύχονταν πρός τόν Κύριο καί ξαφνικά ἕνα οὐράνιο φῶς περιέλουσε τή φυλακή καί ἀκούσθηκε ἡ φωνή τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ νά λέγει: «Μή φοβᾶσθε. Ἐγώ εἶμαι ἐδῶ, κοντά σας». Ὄταν ἠθέλησαν, μετά ἀπό αὐτό, οἱ δήμιοι νά συντρίψουν τίς κεφαλές τους μέ βαριά πέτρα, Ἄγγελος Κυρίου ὤθησε αὐτή πρός τήν κατεύθυνση τῶν βασανιστῶν, οἱ ὁποῖοι ἐφονεύθησαν. Ἕνας δικαστής διέταξε τόν ἀποκεφαλισμό τῶν Ἁγίων, ἀλλά οἱ στρατιῶτες ἀρνήθηκαν νά ὑπακούσουν. Οἱ Ἁγίες, φοβούμενες γιά τή ζωή τῶν στρατιωτῶν πού ἀρνήθηκαν, τούς παρεκάλεσαν νά ἐκτελέσουν τήν ἐντολή τοῦ δικαστοῦ. Ἔτσι ἀποκεφαλίσθηκαν τό 293 μ.Χ., ἔλαβαν τόν ἀμάραντο στέφανο τοῦ μαρτυρίου καί εἰσῆλθαν στή χαρά τοῦ Κυρίου καί Νυμφίου τους.
Κοινοποίηση
Δείτε Επίσης


Ὁ Ὅσιος Θεοδόσιος καταγόταν ἀπό τήν κωμόπολη τῆς Μωγαρισσοῦ, ἡ ὁποία ἀνῆκε στήν ἐπαρχία τῆς Καππαδοκίας. Ἔζησε κατά τούς χρόνους τοῦ Λέοντος τοῦ Θρακός καί ἔφτασε ἕως καί τούς χρόνους τοῦ αὐτοκράτορα Ἀναστασίου (491 – 518 μ.Χ.). Ὁ πατέρας του ὀνομαζόταν Προαιρέσιος καί ἡ μητέρα του Εὐλογία. Ἦταν καί οἱ δυό εὐσεβεῖς καί πιστοί ἄνθρωποι. Ὁ Θεοδόσιος ὅμως, ἀπό θεῖο ζῆλο, δέν ἀκολούθησε τήν ἔγγαμο ζωή, ἀλλά τό μοναχικό βίο. Γι’ αὐτό ἔφυγε ἀπό τήν πατρίδα του καί πῆγε στά Ἱεροσόλυμα νά προσκυνήσει τούς Ἁγίους Τόπους. Στή συνέχεια μετέβη στήν Ἀντιόχεια, ὅπου ἐπισκέφθηκε τόν Ἅγιο Συμεών τόν Στυλίτη, ὁ ὁποῖος τόν ἐμύησε στά τῆς μοναχικῆς πολιτείας καί τῆς ἀρετῆς καί τοῦ προεῖπε ὅτι θά γίνει ποιμένας πολλῶν λογικῶν προβάτων. Ἀσκήτεψε κοντά στό θαυμαστό καί ἐνάρετο ἀσκητή, πού ὀνομαζόταν Λογγίνος, μέ τόν ὁποῖο μαζί μελετοῦσε, συζητοῦσε καί προσευχόταν καί τοῦ ὁποίου σπούδαζε τήν πνευματική διαύγεια καί τή μεγάλη ταπεινοφροσύνη.