Η Ἁγία Μάρτυς Ἀκυλίνα καταγόταν ἀπό τή Βύβλο ἢ Βίβλο τῆς Παλαιστίνης, ἦταν θυγατέρα τοῦ ἐπιφανοῦς ἄρχοντος Εὐτολμίου καί ἄθλησε, τό 298 μ.Χ. κατά τούς χρόνους τοῦ αὐτοκράτορος Διοκλητιανοῦ (284 – 305 μ.Χ.). Σέ ἡλικία πέντε ἐτῶν βαπτισθεῖσα ὑπό τοῦ Ἐπισκόπου Εὐθαλίου, τόσον ἀφοσιώθηκε στόν Θεό καί τήν μελέτη τῶν Γραφῶν, ὥστε δωδεκαετής ἐδίδασκε τούς ὁμηλίκους της νά ἀπέχουν ἀπό τή λατρεία τῶν εἰδώλων καί νά πιστεύουν στόν Χριστό. Ἔνεκα τῆς θεοφιλοῦς αὐτῆς δράσεώς της, καταγγέλθηκε στόν ἀνθύπατο Οὐολοσιανό, συλληφθεῖσα δέ καί ὁδηγηθεῖσα ἐνώπιον αὐτοῦ, ὁμολόγησε τή Χριστιανική πίστη της. Ὁ ἀνθύπατος διέταξε ἀμέσως τή διά σκληρῶν βασάνων θανάτωσή της. Ἔτσι, ἀφοῦ ἐμαστιγώθηκε ἀνηλεῶς καί τῆς ἐτρύπησαν τά αὐτιά μέ πυρακτωμένη σούβλα, τήν ἀποκεφάλισαν. Ἡ Σύναξη τῆς Ἁγίας Ἀκυλίνας ἐτελεῖτο στό ἁγιώτατο αὐτῆς Μαρτύριο, πού ἦταν στήν περιοχή τοῦ Φιλοξένου τῆς Κωνσταντινουπόλεως, κοντά στό Φόρο καί τό Περιτείχισμα.
Πηγή: http://www.synaxarion.gr/gr/index.aspx
Ἀπολυτίκιον. Ἦχος δ’. Τχύ προκατάλαβε.
Παρθένος ἀκήρατος, καί Ἀθληφόρος σεμνή, ἐδείχθης τοῖς πέρασι, τῇ ἀγαπήσει Χριστοῦ, Ἀκυλίνα θεόνυμφε· σύ γάρ καθάπερ ῥόδον, νοητόν τεθηλυῖα, ἔπνευσας ἐν ἀθλήσει, τῆς ἁγνείας τήν χάριν, πρεσβεύουσα τῷ Κυρίῳ, ὑπέρ τῶν τιμώντων σε.
Κοντάκιον. Ἦχος γ’. Ἡ Παρθένος σήμερον.
Ραντισμοῖς αἱμάτων σου, καθηγνισμένην παρθένε, καί Μαρτύρων στέμμασι, σέ Ἀκυλίνα στεφθεῖσαν, δέδωκε, τοῖς ἐν ἀνάγκαις τῶν νοσημάτων, ἴασιν, καί σωτηρίαν ὁ σός Νυμφίος, τοῖς προστρέχουσιν ἐν πίστει, Χριστός ὁ βρύων, ζωήν αἰώνιον.
Μεγαλυνάριον.
Μύρων αἰσθομένη τῶν νοητῶν, Μάρτυς Ἀκυλίνα, ὡς νεᾶνις πανευπρεπής, κόσμου τό δυσῶδες, ἐμφρόνως ὑπερεῖδες, καί ἄθλοις μαρτυρίου, Χριστῷ νενύμφευσαι.


Ὁ Ὅσιος Θεοδόσιος καταγόταν ἀπό τήν κωμόπολη τῆς Μωγαρισσοῦ, ἡ ὁποία ἀνῆκε στήν ἐπαρχία τῆς Καππαδοκίας. Ἔζησε κατά τούς χρόνους τοῦ Λέοντος τοῦ Θρακός καί ἔφτασε ἕως καί τούς χρόνους τοῦ αὐτοκράτορα Ἀναστασίου (491 – 518 μ.Χ.). Ὁ πατέρας του ὀνομαζόταν Προαιρέσιος καί ἡ μητέρα του Εὐλογία. Ἦταν καί οἱ δυό εὐσεβεῖς καί πιστοί ἄνθρωποι. Ὁ Θεοδόσιος ὅμως, ἀπό θεῖο ζῆλο, δέν ἀκολούθησε τήν ἔγγαμο ζωή, ἀλλά τό μοναχικό βίο. Γι’ αὐτό ἔφυγε ἀπό τήν πατρίδα του καί πῆγε στά Ἱεροσόλυμα νά προσκυνήσει τούς Ἁγίους Τόπους. Στή συνέχεια μετέβη στήν Ἀντιόχεια, ὅπου ἐπισκέφθηκε τόν Ἅγιο Συμεών τόν Στυλίτη, ὁ ὁποῖος τόν ἐμύησε στά τῆς μοναχικῆς πολιτείας καί τῆς ἀρετῆς καί τοῦ προεῖπε ὅτι θά γίνει ποιμένας πολλῶν λογικῶν προβάτων. Ἀσκήτεψε κοντά στό θαυμαστό καί ἐνάρετο ἀσκητή, πού ὀνομαζόταν Λογγίνος, μέ τόν ὁποῖο μαζί μελετοῦσε, συζητοῦσε καί προσευχόταν καί τοῦ ὁποίου σπούδαζε τήν πνευματική διαύγεια καί τή μεγάλη ταπεινοφροσύνη.