Ὁ Ὅσιος Παΐσιος ὁ Χιλανδαρινός ἐγεννήθηκε στήν πόλη Μπάνσκο τῆς Βουλγαρίας, τήν περιοχή τοῦ Σαμοκόβου, περί τοῦ 1722. Νέος ἦλθε στή μονή Χιλανδαρίου τοῦ Ἁγίου Ὄρους καί ἐμόνασε πλησίον τοῦ μεγαλυτέρου ἀδελφοῦ του ἡγουμένου Λαυρεντίου.
Συνέβαλε τά μέγιστα στήν ἀφύπνιση τοῦ ἐθνικοῦ αἰσθήματος τῶν Βουλγάρων καί στή διαμόρφωση τῆς ἐθνικῆς τους συνειδήσεως. Ἐταξίδευσε στή Μόσχα γιά νά αὐξήσει τίς γνώσεις του καί νά ἀναζητήσει σχετική βιβλιογραφία, καί κυρίως ἔργα περί τῆς ἱστορίας τῶν σλαβικῶν λαῶν, πρωτότυπων ἢ μεταφρασμένων στή ρωσική, ἀπό τά ὁποῖα ἔλαβε ἀφορμές καί στοιχεῖα γιά μιά δική του σύνθεση, πού κατέγραψε σέ ἕνα ἔργο μέ μικρή ἱστορική ἀξία.
Δυστυχῶς δέν γνωρίζουμε τήν ἡμερομηνία τῆς εἰρηνικῆς κοιμήσεώς του καί γιά τό λόγο αὐτό ἑορτάζεται τήν ἴδια ἡμέρα μέ τό συνώνυμό του Ὅσιο Παΐσιο τόν Μέγα.
Ἡ κανονική ἀναγνώριση τῆς ἁγιότητός του ἔγινε ἀπό τήν Ἱερά Σύνοδο τῆς Ἐκκλησίας τῆς Βουλγαρίας.
Κοινοποίηση
Δείτε Επίσης


Ὁ Ὅσιος Θεοδόσιος καταγόταν ἀπό τήν κωμόπολη τῆς Μωγαρισσοῦ, ἡ ὁποία ἀνῆκε στήν ἐπαρχία τῆς Καππαδοκίας. Ἔζησε κατά τούς χρόνους τοῦ Λέοντος τοῦ Θρακός καί ἔφτασε ἕως καί τούς χρόνους τοῦ αὐτοκράτορα Ἀναστασίου (491 – 518 μ.Χ.). Ὁ πατέρας του ὀνομαζόταν Προαιρέσιος καί ἡ μητέρα του Εὐλογία. Ἦταν καί οἱ δυό εὐσεβεῖς καί πιστοί ἄνθρωποι. Ὁ Θεοδόσιος ὅμως, ἀπό θεῖο ζῆλο, δέν ἀκολούθησε τήν ἔγγαμο ζωή, ἀλλά τό μοναχικό βίο. Γι’ αὐτό ἔφυγε ἀπό τήν πατρίδα του καί πῆγε στά Ἱεροσόλυμα νά προσκυνήσει τούς Ἁγίους Τόπους. Στή συνέχεια μετέβη στήν Ἀντιόχεια, ὅπου ἐπισκέφθηκε τόν Ἅγιο Συμεών τόν Στυλίτη, ὁ ὁποῖος τόν ἐμύησε στά τῆς μοναχικῆς πολιτείας καί τῆς ἀρετῆς καί τοῦ προεῖπε ὅτι θά γίνει ποιμένας πολλῶν λογικῶν προβάτων. Ἀσκήτεψε κοντά στό θαυμαστό καί ἐνάρετο ἀσκητή, πού ὀνομαζόταν Λογγίνος, μέ τόν ὁποῖο μαζί μελετοῦσε, συζητοῦσε καί προσευχόταν καί τοῦ ὁποίου σπούδαζε τήν πνευματική διαύγεια καί τή μεγάλη ταπεινοφροσύνη.