Η Ὁσιομάρτυς Φεβρωνία ἐμόναζε σέ κάποιο μοναστήρι τῆς πόλεως Νισίβεως τῆς Μεσοποταμίας μαζί μέ τή θεία της Βρυαίνη καί τήν ἀδελφή Θωμαΐδα, διότι ὅλες οἱ ἄλλες μοναχές, ἀφοῦ ἐπληροφορήθηκαν ὅτι ἔρχονταν στή μονή πρός σύλληψή τους στρατιῶτες τοῦ ἡγεμόνος Σελήνου (288 μ.Χ.), κατά τούς διωγμούς τοῦ Διοκλητιανοῦ (284 – 305 μ.Χ.), ἐζήτησαν σωτηρία διά τῆς φυγῆς. Προσελθόντες δέ οἱ στρατιῶτες τίς ἀπήγαγαν πρός τόν Σελῆνο, ὁ ὁποῖος καί ἐπέβαλε τήν Ὁσία Φεβρωνία σέ φρικότατα βασανιστήρια, ἀφοῦ ἀρνήθηκε νά θυσιάσει στά εἴδωλα καί νά δεχθεῖ ὡς σύζυγό της τόν Λυσίμαχο, ἀνεψιό τοῦ ἡγεμόνος. Μέ προσευχές καί πνευματική ἀνδρεία, ἐπιθυμοῦσα νά γίνει «τῆς μελλούσης δόξης κοινωνός» ἐδέχθηκε τό μαρτυρικό δι’ ἀποκεφαλισμοῦ τέλος αὐτῆς, τό 304 μ.Χ.
Ἡ Σύναξις αὐτῆς ἐτελεῖτο στό ναό τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Βαπτιστοῦ πού εὑρισκόταν στήν Ὀξεία.
Πηγή: http://www.synaxarion.gr/gr/index.aspx
Ἀπολυτίκιον.Ἦχος γ’. Τήν ὡραιότητα.
Ὡς τῆς ἀσκήσεως, ῥόδον ἡδύπνευστον, ὀσμήν ἀθλήσεως, τῷ κόσμῳ ἔμπνευσας, εἰς ὀσμήν μύρων τοῦ Χριστοῦ, δραμοῦσα ἀσχέτῳ, πόθῳ· ὅθεν ὡς παρθένον σε, καί Ὁσίαν καί Μάρτυρα, θαυμαστῶς ἐδόξασε, Φεβρωνία ὁ Κύριος· ᾧ πρέσβευε ὑπέρ τῶν βοώντων· χαῖρε σεμνή Ὁσιομάρτυς.
Κοντάκιον. Ἦχος γ’. Ἡ Παρθένος σήμερον.
Παρθενίας χάρισι, καῖ μαρτυρίου τῷ κάλλει, κοσμηθεῖσα ἔνδοξε, ὡς πανακήρατος νύμφη, ἔδραμες, λαμπαδηφόρος τῷ σῷ Νημφίῳ, ἔστεψαι, τῆς ἀφθαρσίας τῇ εὐπρεπείᾳ, καί πρεσβεύεις Φεβρωνία, ὑπέρ τῶν πίστει ὑμνολογούντων σε.
Μεγαλυνάριον.
Χαίροις Φεβρωνία πανευκλεής, Ὁσίων ἡ δόξα, καί Μαρτύρων ἡ καλλονή· ἐν γάρ ἀμφοτέροις, ἀθλήσασα νομίμως, εἰκότως καί βραβείων, διπλῶν ἠξίωσαι.


Ὁ Ὅσιος Θεοδόσιος καταγόταν ἀπό τήν κωμόπολη τῆς Μωγαρισσοῦ, ἡ ὁποία ἀνῆκε στήν ἐπαρχία τῆς Καππαδοκίας. Ἔζησε κατά τούς χρόνους τοῦ Λέοντος τοῦ Θρακός καί ἔφτασε ἕως καί τούς χρόνους τοῦ αὐτοκράτορα Ἀναστασίου (491 – 518 μ.Χ.). Ὁ πατέρας του ὀνομαζόταν Προαιρέσιος καί ἡ μητέρα του Εὐλογία. Ἦταν καί οἱ δυό εὐσεβεῖς καί πιστοί ἄνθρωποι. Ὁ Θεοδόσιος ὅμως, ἀπό θεῖο ζῆλο, δέν ἀκολούθησε τήν ἔγγαμο ζωή, ἀλλά τό μοναχικό βίο. Γι’ αὐτό ἔφυγε ἀπό τήν πατρίδα του καί πῆγε στά Ἱεροσόλυμα νά προσκυνήσει τούς Ἁγίους Τόπους. Στή συνέχεια μετέβη στήν Ἀντιόχεια, ὅπου ἐπισκέφθηκε τόν Ἅγιο Συμεών τόν Στυλίτη, ὁ ὁποῖος τόν ἐμύησε στά τῆς μοναχικῆς πολιτείας καί τῆς ἀρετῆς καί τοῦ προεῖπε ὅτι θά γίνει ποιμένας πολλῶν λογικῶν προβάτων. Ἀσκήτεψε κοντά στό θαυμαστό καί ἐνάρετο ἀσκητή, πού ὀνομαζόταν Λογγίνος, μέ τόν ὁποῖο μαζί μελετοῦσε, συζητοῦσε καί προσευχόταν καί τοῦ ὁποίου σπούδαζε τήν πνευματική διαύγεια καί τή μεγάλη ταπεινοφροσύνη.