Ἄρδων ἐλαίῳ Λαμπαδὸς τὴν λαμπάδα
Ἕτοιμος ἐγγίσαντος ἦν τοῦ Νυμφίου.
Ὁ όσιος αυτός, και όταν ακόμα ήταν μέσα στον κόσμο, έλαμπε από τις χριστιανικές αρετές. Διακρινόταν για τη σωφροσύνη του, τη χρηστότητα του, τη χαλιναγώγηση της γλώσσας του, την υπομονή του, τη μακροθυμία του, την πραότητα του, τη μεγάλη αγάπη του προς τους φτωχούς και τους πάσχοντες.
Αργότερα ασκήτεψε, και υπήρξε από τους ασκητές εκείνους, που με την άγια ζωή τους και την υπόληψη της αρετής τους, γίνονται ωφελιμότατοι και στον κόσμο. Πολλοί που έρχονταν στο ασκητήριό του, ο όσιος τους οδηγούσε στα κατάλληλα πνευματικά βάλσαμα και αυτοί επανεύρισκαν την ηθική τους υγεία, που τα πάθη και οι ηδονές της σάρκας είχαν κατασκάψει.
Ἀπολυτίκιον
Ήχος δ’. Ταχύ προκατάλαβε.
Ως βίον ισάγγελον, από παιδός εσχηκώς, λαμπάσι των έργων σου, λαμπαδουχίαν ηθών, εκφαίνεις τοις πέρασι, συ γαρ της απάθειας την αυγήν κεκτημένος, λύεις παθών τη νύκτα, Λαμπαδέ θεοφόρε, τοις πόθω προσιούσι, Πάτερ τη πρεσβεία σου.


Ὁ Ὅσιος Θεοδόσιος καταγόταν ἀπό τήν κωμόπολη τῆς Μωγαρισσοῦ, ἡ ὁποία ἀνῆκε στήν ἐπαρχία τῆς Καππαδοκίας. Ἔζησε κατά τούς χρόνους τοῦ Λέοντος τοῦ Θρακός καί ἔφτασε ἕως καί τούς χρόνους τοῦ αὐτοκράτορα Ἀναστασίου (491 – 518 μ.Χ.). Ὁ πατέρας του ὀνομαζόταν Προαιρέσιος καί ἡ μητέρα του Εὐλογία. Ἦταν καί οἱ δυό εὐσεβεῖς καί πιστοί ἄνθρωποι. Ὁ Θεοδόσιος ὅμως, ἀπό θεῖο ζῆλο, δέν ἀκολούθησε τήν ἔγγαμο ζωή, ἀλλά τό μοναχικό βίο. Γι’ αὐτό ἔφυγε ἀπό τήν πατρίδα του καί πῆγε στά Ἱεροσόλυμα νά προσκυνήσει τούς Ἁγίους Τόπους. Στή συνέχεια μετέβη στήν Ἀντιόχεια, ὅπου ἐπισκέφθηκε τόν Ἅγιο Συμεών τόν Στυλίτη, ὁ ὁποῖος τόν ἐμύησε στά τῆς μοναχικῆς πολιτείας καί τῆς ἀρετῆς καί τοῦ προεῖπε ὅτι θά γίνει ποιμένας πολλῶν λογικῶν προβάτων. Ἀσκήτεψε κοντά στό θαυμαστό καί ἐνάρετο ἀσκητή, πού ὀνομαζόταν Λογγίνος, μέ τόν ὁποῖο μαζί μελετοῦσε, συζητοῦσε καί προσευχόταν καί τοῦ ὁποίου σπούδαζε τήν πνευματική διαύγεια καί τή μεγάλη ταπεινοφροσύνη.