Καί οἱ τρεῖς γεννήθηκαν στήν Αἴγυπτο, ἀδέλφια μεταξύ τους καί παιδιά γονέων χριστιανῶν.
Μαρτύρησαν στή Διοκαισάρεια, ὅπου συνελήφθησαν ἀπό τόν ἄρχοντα Φιρμιλιανό καί προσκλήθηκαν ν’ ἀρνηθοῦν τόν Χριστό. Ἀλλά αὐτοί ὁμολόγησαν μεγαλόφωνα τήν πίστη τους καί δήλωσαν ὅτι ἦταν ἕτοιμοι καί γιά φυλακή καί γιά βασανιστήρια καί γιά μύριους θανάτους.
Καί ἡ μέν Οὐαλεντίνα καί ἡ Θόη, νεαρές κοπέλες πάνω στό ἄνθος τῆς ἡλικίας τους, πέθαναν ἀφοῦ τίς ἔριξαν μέσα στή φωτιά. Προηγουμένως ὅμως, οἱ δήμιοι, ξέσχισαν τίς σάρκες τους μέ σιδερένια ὄργανα.
Ὁ δέ Παῦλος, ἀφοῦ ἀπηύθυνε λίγες λέξεις στά πλήθη γιά τήν διά τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ σωτηρία καί ἀγάπη, ἔλαβε καί αὐτός μαρτυρικό τέλος διά ἀποκεφαλισμοῦ.
Κοινοποίηση
Δείτε Επίσης


Ὁ Ὅσιος Θεοδόσιος καταγόταν ἀπό τήν κωμόπολη τῆς Μωγαρισσοῦ, ἡ ὁποία ἀνῆκε στήν ἐπαρχία τῆς Καππαδοκίας. Ἔζησε κατά τούς χρόνους τοῦ Λέοντος τοῦ Θρακός καί ἔφτασε ἕως καί τούς χρόνους τοῦ αὐτοκράτορα Ἀναστασίου (491 – 518 μ.Χ.). Ὁ πατέρας του ὀνομαζόταν Προαιρέσιος καί ἡ μητέρα του Εὐλογία. Ἦταν καί οἱ δυό εὐσεβεῖς καί πιστοί ἄνθρωποι. Ὁ Θεοδόσιος ὅμως, ἀπό θεῖο ζῆλο, δέν ἀκολούθησε τήν ἔγγαμο ζωή, ἀλλά τό μοναχικό βίο. Γι’ αὐτό ἔφυγε ἀπό τήν πατρίδα του καί πῆγε στά Ἱεροσόλυμα νά προσκυνήσει τούς Ἁγίους Τόπους. Στή συνέχεια μετέβη στήν Ἀντιόχεια, ὅπου ἐπισκέφθηκε τόν Ἅγιο Συμεών τόν Στυλίτη, ὁ ὁποῖος τόν ἐμύησε στά τῆς μοναχικῆς πολιτείας καί τῆς ἀρετῆς καί τοῦ προεῖπε ὅτι θά γίνει ποιμένας πολλῶν λογικῶν προβάτων. Ἀσκήτεψε κοντά στό θαυμαστό καί ἐνάρετο ἀσκητή, πού ὀνομαζόταν Λογγίνος, μέ τόν ὁποῖο μαζί μελετοῦσε, συζητοῦσε καί προσευχόταν καί τοῦ ὁποίου σπούδαζε τήν πνευματική διαύγεια καί τή μεγάλη ταπεινοφροσύνη.