Ὁ Ἅγιος Εὐδόκιμος γεννήθηκε στή Καππαδοκία καί ἔδρασε κατά τούς χρόνους τοῦ αὐτοκράτορα Θεόφιλου (829 – 842).Οἱ γονεῖς του Βασίλειος καί Εὐδοκία ἦταν ἄνθρωποι πλούσιοι καί εὐσεβεῖς. Ἡ ὀρθόδοξη οἰκογένειά του τόν ἀνέθρεψε σύμφωνα μέ τίς ἐπιταγές τοῦ Εὐαγγελίου καί γρήγορα ὁ Εὐδόκιμος διακρίθηκε γιά τό ἦθος καί τίς ἀρετές του.
Ὁ ἠθικός βίος του καί ἡ φιλάνθρωπη δράση του ἐκτιμήθηκαν ἀπό τόν αὐτοκράτορα Θεόφιλο, ὁ ὁποῖος τόν διόρισε στρατοπεδάρχη τῆς Καππαδοκίας ἀρχικά καί ἀργότερα ὅλης της αὐτοκρατορίας. Κατά τήν τέλεση τῶν καθηκόντων του ὁ Εὐδόκιμος ἦταν πάντα δίκαιος καί ταπεινόφρων, ἐνῷ δέν σταμάτησε στιγμή νά ἐπιδίδεται στό φιλάνθρωπο ἔργο του.
Ἐνῷ βρισκόταν στό 33ο ἔτος τῆς ἡλικίας του ὁ Εὐδόκιμος προσβλήθηκε ἀπό βαριά σωματική ἀσθένεια. Ὅταν παρέδωσε τό πνεῦμα του στόν Κύριο, ἡ χριστιανική κοινότητα βυθίστηκε σέ θλίψη καί τον ἐνταφίασε με μεγάλες τιμές.
Πηγή: http://www.synaxarion.gr/gr/index.aspx
Ἀπολυτίκιο. Ἦχος δ’. Ταχύ προκατάλαβε.
Ἐκ γῆς ὁ καλέσας σε, πρός οὐρανίους σκηνάς, τηρεῖ καί μετά θάνατον, ἀδιαλώβητον, τό σῶμά σου Ἅγιε· σύ γάρ ἐν σωφροσύνῃ, καί σεμνῇ πολιτείᾳ, μάκαρ ἐπολιτεύσω, μή μολύνας τήν σάρκα. Διό ἐν παρρησίᾳ Χριστῷ, πρέσβευε σωθήναι ἡμᾶς.
Κοντάκιον. Ἦχος γ’. Ἡ Παρθένος σήμερον.
Ἡ σεπτή σου σήμερον, ἡμᾶς συνήθροισε μνήμη, ἐν τῇ θείᾳ λάρνακι, τῶν ἱερῶν σου λειψάνων· πάντες οὖν, οἱ προσιόντες καί προσκυνοῦντες, ἅπασαν, δαιμόνων βλάβην ἀποσοβοῦνται, καί ποικίλων νοσημάτων, λυτροῦνται τάχος μάκαρ Εὐδόκιμε.
Μεγαλυνάριον.
Εὐδόκιμος πέφηνας τῷ Θεῷ, ἐν δικαιοσύνῃ, τόν σόν βίον διαδραμών· ὃ λαθών γάρ ἔσχες, ἐγνώσθη μετά τέλος, Εὐδόκιμε θεόφρον, πρός θείαν αἴνεσιν.


Ὁ Ὅσιος Θεοδόσιος καταγόταν ἀπό τήν κωμόπολη τῆς Μωγαρισσοῦ, ἡ ὁποία ἀνῆκε στήν ἐπαρχία τῆς Καππαδοκίας. Ἔζησε κατά τούς χρόνους τοῦ Λέοντος τοῦ Θρακός καί ἔφτασε ἕως καί τούς χρόνους τοῦ αὐτοκράτορα Ἀναστασίου (491 – 518 μ.Χ.). Ὁ πατέρας του ὀνομαζόταν Προαιρέσιος καί ἡ μητέρα του Εὐλογία. Ἦταν καί οἱ δυό εὐσεβεῖς καί πιστοί ἄνθρωποι. Ὁ Θεοδόσιος ὅμως, ἀπό θεῖο ζῆλο, δέν ἀκολούθησε τήν ἔγγαμο ζωή, ἀλλά τό μοναχικό βίο. Γι’ αὐτό ἔφυγε ἀπό τήν πατρίδα του καί πῆγε στά Ἱεροσόλυμα νά προσκυνήσει τούς Ἁγίους Τόπους. Στή συνέχεια μετέβη στήν Ἀντιόχεια, ὅπου ἐπισκέφθηκε τόν Ἅγιο Συμεών τόν Στυλίτη, ὁ ὁποῖος τόν ἐμύησε στά τῆς μοναχικῆς πολιτείας καί τῆς ἀρετῆς καί τοῦ προεῖπε ὅτι θά γίνει ποιμένας πολλῶν λογικῶν προβάτων. Ἀσκήτεψε κοντά στό θαυμαστό καί ἐνάρετο ἀσκητή, πού ὀνομαζόταν Λογγίνος, μέ τόν ὁποῖο μαζί μελετοῦσε, συζητοῦσε καί προσευχόταν καί τοῦ ὁποίου σπούδαζε τήν πνευματική διαύγεια καί τή μεγάλη ταπεινοφροσύνη.