Ὁἱ καλλίνικοι αὐτοί Ἅγιοι Νεομάρτυρες τοῦ Χριστοῦ, ὁ μέν Ἀναστάσιος, ἡλικίας 20 χρονῶν, καταγόταν ἀπό τούς Ἀσωμάτους, ὁ δέ Δημήτριος, 18 χρονῶν, ἀπό τήν Ἁγιάσο τοῦ νησιοῦ Λέσβου.
Μαρτύρησαν καί οἱ δύο γιά τήν Ἁγία Πίστη τοῦ Χριστοῦ στόν Κασαμπᾶ τῆς Μικρᾶς Ἀσίας, τό ἔτος 1816 ἢ 1819. Οἱ νεομάρτυρες αὐτοί, ἔκαναν στόν Κασαμπᾶ τό ἐπάγγελμα τοῦ καλαθοποιοῦ, πιθανῶς μάλιστα νά ἦταν καί συγγενεῖς. Ἀλλά συγχρόνως μέ τήν ἐξάσκηση τοῦ ἐπαγγέλματός τους, κήρυτταν τό Εὐαγγέλιο στούς Χριστιανούς, πού ἦταν κάτω ἀπό τόν Τούρκικο ζυγό. Γι’ αὐτόν τόν λόγο οἱ Τοῦρκοι τούς συνέλαβαν, τούς φυλάκισαν καί τούς βασάνισαν φρικτά. Ἐπειδή ὅμως συνέχιζαν νά ὁμολογοῦν καί νά κηρύττουν τήν πίστη τους, τούς ἀπαγχόνισαν κάτω ἀπό ἕναν πλάτανο.
Στό ὄνομα καί τῶν δυό Ἁγίων, ἀνεγέρθηκε στήν Ἁγιάσο μεγαλοπρεπής ναός, ὅπου καί γιορτάζεται ἡ μνήμη τούς, στίς 11 Αὐγούστου.
Κοινοποίηση
Δείτε Επίσης


Ὁ Ὅσιος Θεοδόσιος καταγόταν ἀπό τήν κωμόπολη τῆς Μωγαρισσοῦ, ἡ ὁποία ἀνῆκε στήν ἐπαρχία τῆς Καππαδοκίας. Ἔζησε κατά τούς χρόνους τοῦ Λέοντος τοῦ Θρακός καί ἔφτασε ἕως καί τούς χρόνους τοῦ αὐτοκράτορα Ἀναστασίου (491 – 518 μ.Χ.). Ὁ πατέρας του ὀνομαζόταν Προαιρέσιος καί ἡ μητέρα του Εὐλογία. Ἦταν καί οἱ δυό εὐσεβεῖς καί πιστοί ἄνθρωποι. Ὁ Θεοδόσιος ὅμως, ἀπό θεῖο ζῆλο, δέν ἀκολούθησε τήν ἔγγαμο ζωή, ἀλλά τό μοναχικό βίο. Γι’ αὐτό ἔφυγε ἀπό τήν πατρίδα του καί πῆγε στά Ἱεροσόλυμα νά προσκυνήσει τούς Ἁγίους Τόπους. Στή συνέχεια μετέβη στήν Ἀντιόχεια, ὅπου ἐπισκέφθηκε τόν Ἅγιο Συμεών τόν Στυλίτη, ὁ ὁποῖος τόν ἐμύησε στά τῆς μοναχικῆς πολιτείας καί τῆς ἀρετῆς καί τοῦ προεῖπε ὅτι θά γίνει ποιμένας πολλῶν λογικῶν προβάτων. Ἀσκήτεψε κοντά στό θαυμαστό καί ἐνάρετο ἀσκητή, πού ὀνομαζόταν Λογγίνος, μέ τόν ὁποῖο μαζί μελετοῦσε, συζητοῦσε καί προσευχόταν καί τοῦ ὁποίου σπούδαζε τήν πνευματική διαύγεια καί τή μεγάλη ταπεινοφροσύνη.