Ὁ Ὅσιος Θεοδόσιος καταγόταν ἀπό τό χωριό Κορησσός Καστορίας καί γεννήθηκε ἀπό εὐσεβεῖς γονεῖς. Ἦταν ἀδελφός τοῦ Ὁσίου Διονυσίου († 25 Ἰουνίου), ἱδρυτοῦ τῆς Σκήτης τοῦ Τιμίου Προδρόμου Ἁγίου Ὄρους.
Ὁ Ὅσιος ἔγινε μοναχός στήν Μονή Φιλοθέου τοῦ Ἁγίου Ὄρους καί μετά τήν κοίμηση τοῦ ἡγουμένου διετέλεσε ἡγούμενος αὐτῆς. Κάποια μέρα ἐπέδραμαν κατά τοῦ αἰγιαλοῦ τῆς Μονῆς Τοῦρκοι πειρατές, οἱ ὁποῖοι ἀπήγαγαν τόν Ὅσιο ὡς αἰχμάλωτο στήν Βιθυνία. Κατάφερε νά ἐλευθερωθεῖ καί ἦλθε στήν Κωνσταντινούπολη. Μέ τήν προτροπή τοῦ Πατριάρχη Καλλίστου, μέ τόν ὁποῖον συνδεόταν πνευματικά, ἀναλαμβάνει ἡγούμενος τῆς περίφημης Μονῆς τοῦ Ἁγίου Γεωργίου τῶν Μαγγάνων. Γιά τήν ἀρετή του καί τήν ὁσιότητα τοῦ βίου του ἐξελέγη, τό 1370, Ἐπίσκοπος Τραπεζοῦντος.
Ὁ Ὅσιος Θεοδόσιος κοιμήθηκε μέ εἰρήνη περί τό ἔτος 1392.
Κοινοποίηση
Δείτε Επίσης

Ὁ Ὅσιος Θεοδόσιος καταγόταν ἀπό τήν κωμόπολη τῆς Μωγαρισσοῦ, ἡ ὁποία ἀνῆκε στήν ἐπαρχία τῆς Καππαδοκίας. Ἔζησε κατά τούς χρόνους τοῦ Λέοντος τοῦ Θρακός καί ἔφτασε ἕως καί τούς χρόνους τοῦ αὐτοκράτορα Ἀναστασίου (491 – 518 μ.Χ.). Ὁ πατέρας του ὀνομαζόταν Προαιρέσιος καί ἡ μητέρα του Εὐλογία. Ἦταν καί οἱ δυό εὐσεβεῖς καί πιστοί ἄνθρωποι. Ὁ Θεοδόσιος ὅμως, ἀπό θεῖο ζῆλο, δέν ἀκολούθησε τήν ἔγγαμο ζωή, ἀλλά τό μοναχικό βίο. Γι’ αὐτό ἔφυγε ἀπό τήν πατρίδα του καί πῆγε στά Ἱεροσόλυμα νά προσκυνήσει τούς Ἁγίους Τόπους. Στή συνέχεια μετέβη στήν Ἀντιόχεια, ὅπου ἐπισκέφθηκε τόν Ἅγιο Συμεών τόν Στυλίτη, ὁ ὁποῖος τόν ἐμύησε στά τῆς μοναχικῆς πολιτείας καί τῆς ἀρετῆς καί τοῦ προεῖπε ὅτι θά γίνει ποιμένας πολλῶν λογικῶν προβάτων. Ἀσκήτεψε κοντά στό θαυμαστό καί ἐνάρετο ἀσκητή, πού ὀνομαζόταν Λογγίνος, μέ τόν ὁποῖο μαζί μελετοῦσε, συζητοῦσε καί προσευχόταν καί τοῦ ὁποίου σπούδαζε τήν πνευματική διαύγεια καί τή μεγάλη ταπεινοφροσύνη.