Ὁ Ὅσιος Ἐφραίμ γεννήθηκε στό Κίεβο καί ἦταν οἰκονόμος τοῦ πρίγκιπα τοῦ Κιέβου Ἰζιασλάβου, υἱοῦ τοῦ Γιαροσλάβου (1054 – 1068). Ἔγινε μοναχός καί ἀσκήτεψε στή Μεγάλη Λαύρα τῶν Σπηλαίων τοῦ Κιέβου. Ἀλλά ὁ μισόκαλος διάβολος ἐφρύαξε βλέποντας νά πληθύνεται ἡ οἰκογένεια τῶν μοναχῶν. Ἔκανε, λοιπόν, τόν ἡγεμόνα Ἰζιασλάβο νά ὀργισθεῖ καί νά προκαλέσει πολλές θλίψεις στούς Πατέρες τῶν Σπηλαίων. Ὅταν ἡ δοκιμασία πέρασε, ὁ Ὅσιος ἐπιδόθηκε μέ ἱερό ζῆλο στήν ἄσκηση καί τήν προσευχή. Ἡ ἐπιθυμία του νά ἐπισκεφθεῖ ἁγίους τόπους ὁδήγησε τά βήματά του στήν Κωνσταντινούπολη καί τήν Παλαιστίνη. Ἤθελε νά προσκυνήσει τά μέρη πού ἀγωνίσθηκαν καί ἔζησαν οἱ Ἅγιοι Ἀπόστολοι, οἱ μεγάλοι Πατέρες καί Ἀσκητές τῆς ἐρήμου. Ἐπιστρέφοντας στήν Λαύρα τοῦ Κιέβου, ἔφερε τό μοναστικό τυπικό καί τήν ἐκκλησιαστική τάξη τῶν μοναχῶν τῆς Μονῆς Στουδίου τῆς Κωνσταντινουπόλεως.
Ὁ Ὅσιος Ἐφραίμ ἐξελέγη περί τό 1090, Ἐπίσκοπος τῆς πόλεως Περεγιασλάβ καί χειροτονήθηκε ἀπό τόν Μητροπολίτη Κιέβου Ἰωάννη. Ἔτσι, ἀφοῦ ἔζησε θεοφιλῶς, κοιμήθηκε μέ εἰρήνη τό ἔτος 1098 καί ἐνταφιάσθηκε στή Λαύρα τοῦ Ἁγίου Ἀντωνίου τοῦ Κιέβου.
Κοινοποίηση
Δείτε Επίσης

Ὁ Ὅσιος Θεοδόσιος καταγόταν ἀπό τήν κωμόπολη τῆς Μωγαρισσοῦ, ἡ ὁποία ἀνῆκε στήν ἐπαρχία τῆς Καππαδοκίας. Ἔζησε κατά τούς χρόνους τοῦ Λέοντος τοῦ Θρακός καί ἔφτασε ἕως καί τούς χρόνους τοῦ αὐτοκράτορα Ἀναστασίου (491 – 518 μ.Χ.). Ὁ πατέρας του ὀνομαζόταν Προαιρέσιος καί ἡ μητέρα του Εὐλογία. Ἦταν καί οἱ δυό εὐσεβεῖς καί πιστοί ἄνθρωποι. Ὁ Θεοδόσιος ὅμως, ἀπό θεῖο ζῆλο, δέν ἀκολούθησε τήν ἔγγαμο ζωή, ἀλλά τό μοναχικό βίο. Γι’ αὐτό ἔφυγε ἀπό τήν πατρίδα του καί πῆγε στά Ἱεροσόλυμα νά προσκυνήσει τούς Ἁγίους Τόπους. Στή συνέχεια μετέβη στήν Ἀντιόχεια, ὅπου ἐπισκέφθηκε τόν Ἅγιο Συμεών τόν Στυλίτη, ὁ ὁποῖος τόν ἐμύησε στά τῆς μοναχικῆς πολιτείας καί τῆς ἀρετῆς καί τοῦ προεῖπε ὅτι θά γίνει ποιμένας πολλῶν λογικῶν προβάτων. Ἀσκήτεψε κοντά στό θαυμαστό καί ἐνάρετο ἀσκητή, πού ὀνομαζόταν Λογγίνος, μέ τόν ὁποῖο μαζί μελετοῦσε, συζητοῦσε καί προσευχόταν καί τοῦ ὁποίου σπούδαζε τήν πνευματική διαύγεια καί τή μεγάλη ταπεινοφροσύνη.