Γεννήθηκε στόν Ἅγιο Λαυρέντιο τοῦ Πηλίου τό 1667. Ὁ πατέρας του ὀνομαζόταν Κώστας Σταματίου καί ἡ μητέρα του Μέλω.
Σέ ἡλικία 15 χρονῶν ἔμεινε ὀρφανός καί τό 1682 πῆγε στήν Κωνσταντινούπολη, ὅπου ἐργαζόταν σ’ ἕνα καπηλιό.
Ὁ Ἀπόστολος, ἐπειδή ἦταν καί τουρκομαθῆς, ἀνέλαβε τήν ὑποστήριξη τῶν ἀγρίως φορολογουμένων συμπατριωτῶν του, καί ἐπέδωσε αὐτοπροσώπως ἀναφορά τους στόν ἀρχιευνοῦχο. Κατά τήν ἐπίδοση, ἀνέπτυξε καί προφορικά μέ μεγάλη παρρησία τά δίκαια παράπονα τῶν συμπατριωτῶν του. Αὐτή ἡ παρρησία ἔγινε ἀφορμή γιά νά φυλακιστεί καί, μέ ψεύτικες κατηγορίες, νά καταδικαστεί σέ θάνατο.
Ἔτσι, δέχτηκε τό στεφάνι τοῦ μαρτυρίου, ἀποκεφαλισθεῖς στίς 16 Αὐγούστου 1686 στήν Κωνσταντινούπολη, σέ ἡλικία 19 ετῶν.
Πηγή: http://www.synaxarion.gr/gr/index.aspx
Ἀπολυτίκιο. Ἦχος γ’. Θείας πίστεως.
Θεῖον βλάστημα τῆς Θεσσαλίας, νέον καύχημα, τῆς Ἐκκλησίας, ἀνεδείχθης Νεομάρτυς Ἀπόστολε· ὑπέρ Χριστοῦ γάρ ἀθλήσας στερρότατα, τῆς εὐσεβείας τήν δόξαν ἐτράνωσας. Ἄλλα πρέσβευε, Κυρίῳ τῷ σέ δοξάσαντι, δωρήσασθαι ἡμῖν τό μέγα ἔλεος.
Κοντάκιον. Ἦχος γ’. Ἡ Παρθένος σήμερον.
Ἀνδρικῷ φρονήματι, ἐν νεαρᾷ ἡλικίᾳ, διαπρέπον ἔνδοξε, ὡς στρατιώτης τοῦ Λόγου, ᾔσχυνας, τῶν ἐναντίων τάς ἐπινοίας, ἤθλησας, μέχρι θανάτου γενναιοφρόνως· διά τοῦτό σε τιμῶμεν, Μεγαλομάρτυς Χριστοῦ Ἀπόστολε.
Μεγαλυνάριον.
Χαίροις Ἐκκλησίας νέος ἀστήρ, καί τῆς Λαυρεντίου, κωμοπόλεως ἀρωγός· χαίροις ὁ τῷ αἷμα, ὑπέρ Χριστοῦ ἐκχέας, Ἀπόστολε παμμάκαρ, πιστῶν βοήθεια.


Ὁ Ὅσιος Θεοδόσιος καταγόταν ἀπό τήν κωμόπολη τῆς Μωγαρισσοῦ, ἡ ὁποία ἀνῆκε στήν ἐπαρχία τῆς Καππαδοκίας. Ἔζησε κατά τούς χρόνους τοῦ Λέοντος τοῦ Θρακός καί ἔφτασε ἕως καί τούς χρόνους τοῦ αὐτοκράτορα Ἀναστασίου (491 – 518 μ.Χ.). Ὁ πατέρας του ὀνομαζόταν Προαιρέσιος καί ἡ μητέρα του Εὐλογία. Ἦταν καί οἱ δυό εὐσεβεῖς καί πιστοί ἄνθρωποι. Ὁ Θεοδόσιος ὅμως, ἀπό θεῖο ζῆλο, δέν ἀκολούθησε τήν ἔγγαμο ζωή, ἀλλά τό μοναχικό βίο. Γι’ αὐτό ἔφυγε ἀπό τήν πατρίδα του καί πῆγε στά Ἱεροσόλυμα νά προσκυνήσει τούς Ἁγίους Τόπους. Στή συνέχεια μετέβη στήν Ἀντιόχεια, ὅπου ἐπισκέφθηκε τόν Ἅγιο Συμεών τόν Στυλίτη, ὁ ὁποῖος τόν ἐμύησε στά τῆς μοναχικῆς πολιτείας καί τῆς ἀρετῆς καί τοῦ προεῖπε ὅτι θά γίνει ποιμένας πολλῶν λογικῶν προβάτων. Ἀσκήτεψε κοντά στό θαυμαστό καί ἐνάρετο ἀσκητή, πού ὀνομαζόταν Λογγίνος, μέ τόν ὁποῖο μαζί μελετοῦσε, συζητοῦσε καί προσευχόταν καί τοῦ ὁποίου σπούδαζε τήν πνευματική διαύγεια καί τή μεγάλη ταπεινοφροσύνη.