Νεκρωμένοι
«Και εσταύρωσαν Αυτόν» (Μάρκ. ιε΄ 1-41, Κολασ. γ΄ 1-5)
Μεγάλη Παρασκευή! Σταύρωση!
Το μεγαλύτερο έγκλημα της Ιστορίας. Ο άνθρωπος σταυρώνει το Θεό του, αφού προηγουμένως τον γελοιοποίησε. «Ίδε ο Άνθρωπος». Ο άνθρωπος ο ξεπεσμένος, όπως τον κατάντησε η αμαρτία.
Δείχνοντας ο Πιλάτος τον Ιησού, έδειχνε στην πραγματικότητα την ξεπεσμένη ανθρωπότητα όπως την ανέλαβε ο Θεός Λόγος. Φτωχέ άνθρωπε! Η ιστορία του Ιησού, δείχνει την απύθμενη φτώχεια σου μπροστά στον απύθμενο δικό του πλούτο. Και ο Θεός επιμένει. Θέλει να σε ανεβάσει. Θέλει να σου παρουσιάσει το μέγεθος του εγκλήματός σου για να φανεί ο πλούτος της δικής του αγαθότητας στη συγχώρηση.
Απ’ αυτά ακριβώς τα φλογισμένα στο σταυρό χείλη του δόθηκε η άφεση. Και από την λογχισμένη του πλευρά, βγήκε η «καινή» του ανθρώπου «κτίσις». Εμείς τον σταυρώσαμε, κι απ’ τις ωδίνες που του προκαλέσαμε γέννησε τη σωτηρία μας.
Ένας διάσημος ζωγράφος σ’ ένα πίνακά του με θέμα την Αποκαθήλωση του Ιησού, ανάμεσα στα πρόσωπα που αποκαθηλώνουν το νεκρό σώμα του Κυρίου, έβαλε και το δικό του. Όταν ρωτήθηκε, απάντησε ότι και αυτός με τον τρόπο της ζωής του είχε πολλά καρφιά μπήξει στο Σώμα του Χριστού.
Φτωχή ψυχή! Ήσουν και συ εκεί όταν σταύρωναν το Χριστό.
Τα μάτια σου τώρα γέμισαν δάκρυα. Ζήτησες ταπεινά συγγνώμη. Έλα λοιπόν και συ να νεκρωθείς μαζί με τον Ιησού. «Απεθάνετε, και η ζωή υμών κέκρυπται συν τω Χριστώ εν τω Θεώ… Νεκρώσταε ουν τα μέλη υμών τα επί της γης…». Να νεκρωθώ, Κύριε, στην αμαρτία, αυτό λαχτάρησε η θεϊκή Σου Καρδιά!
Απολυτίκιο. Ήχος δ΄.
Εξηγόρασας ημάς εκ της κατάρας του νόμου, τω τιμίω Σου αίματι, τω Σταυρώ προσηλώθεις και τη λόγχη κεντηθείς, την αθανασίαν επήγασας ανθρώποις, Σωτήρ ημών, δόξα Σοι.
ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ ΦΟΙΤΗΤΙΚΗ ΔΡΑΣΗ


Ὁ Ὅσιος Θεοδόσιος καταγόταν ἀπό τήν κωμόπολη τῆς Μωγαρισσοῦ, ἡ ὁποία ἀνῆκε στήν ἐπαρχία τῆς Καππαδοκίας. Ἔζησε κατά τούς χρόνους τοῦ Λέοντος τοῦ Θρακός καί ἔφτασε ἕως καί τούς χρόνους τοῦ αὐτοκράτορα Ἀναστασίου (491 – 518 μ.Χ.). Ὁ πατέρας του ὀνομαζόταν Προαιρέσιος καί ἡ μητέρα του Εὐλογία. Ἦταν καί οἱ δυό εὐσεβεῖς καί πιστοί ἄνθρωποι. Ὁ Θεοδόσιος ὅμως, ἀπό θεῖο ζῆλο, δέν ἀκολούθησε τήν ἔγγαμο ζωή, ἀλλά τό μοναχικό βίο. Γι’ αὐτό ἔφυγε ἀπό τήν πατρίδα του καί πῆγε στά Ἱεροσόλυμα νά προσκυνήσει τούς Ἁγίους Τόπους. Στή συνέχεια μετέβη στήν Ἀντιόχεια, ὅπου ἐπισκέφθηκε τόν Ἅγιο Συμεών τόν Στυλίτη, ὁ ὁποῖος τόν ἐμύησε στά τῆς μοναχικῆς πολιτείας καί τῆς ἀρετῆς καί τοῦ προεῖπε ὅτι θά γίνει ποιμένας πολλῶν λογικῶν προβάτων. Ἀσκήτεψε κοντά στό θαυμαστό καί ἐνάρετο ἀσκητή, πού ὀνομαζόταν Λογγίνος, μέ τόν ὁποῖο μαζί μελετοῦσε, συζητοῦσε καί προσευχόταν καί τοῦ ὁποίου σπούδαζε τήν πνευματική διαύγεια καί τή μεγάλη ταπεινοφροσύνη.
