Ὁ Ἅγιος Θεοδώρητος ἦταν Πρεσβύτερος τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἀντιόχειας καί ἔζησε κατά τούς χρόνους τοῦ αὐτοκράτορος Ἰουλιανοῦ τοῦ Παραβάτου (360 – 363 μ.Χ.).
Ὅταν ὁ θεῖος τοῦ αὐτοκράτορα, πού ὀνομαζόταν καί αὐτός Ἰουλιανός καί ἦταν προηγουμένως Χριστιανός καί ἀναγνώστης τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἀντιόχειας, ἔγινε εἰδωλολάτρης, στράφηκε κατά τῶν ἱερέων τῆς πόλεως καί κατέστρεψε τά ἱερά ἀναθήματα. Τότε συνελήφθη καί ὁ Πρεσβύτερος Θεοδώρητος, τόν ὁποῖο κρέμασαν καί ξέσχισαν τά πλευρά του. Τά μαρτύρια δέν λύγισαν τήν πίστη τοῦ Ἁγίου, ὁ ὁποῖος συνεχῶς ὁμολογοῦσε τήν πίστη του στόν Χριστό. Οἱ εἰδωλολάτρες, ἀφοῦ ἀγωνίσθηκαν μάταια γιά νά μεταστρέψουν τό εὐσεβές φρόνημα αὐτοῦ, τόν ἀποκεφάλισαν.
Ἔτσι ὁ Ἅγιος Θεοδώρητος ἔλαβε τό στέφανο τοῦ μαρτυρίου τῆς δόξας.
Κοινοποίηση
Δείτε Επίσης


Ὁ Ὅσιος Θεοδόσιος καταγόταν ἀπό τήν κωμόπολη τῆς Μωγαρισσοῦ, ἡ ὁποία ἀνῆκε στήν ἐπαρχία τῆς Καππαδοκίας. Ἔζησε κατά τούς χρόνους τοῦ Λέοντος τοῦ Θρακός καί ἔφτασε ἕως καί τούς χρόνους τοῦ αὐτοκράτορα Ἀναστασίου (491 – 518 μ.Χ.). Ὁ πατέρας του ὀνομαζόταν Προαιρέσιος καί ἡ μητέρα του Εὐλογία. Ἦταν καί οἱ δυό εὐσεβεῖς καί πιστοί ἄνθρωποι. Ὁ Θεοδόσιος ὅμως, ἀπό θεῖο ζῆλο, δέν ἀκολούθησε τήν ἔγγαμο ζωή, ἀλλά τό μοναχικό βίο. Γι’ αὐτό ἔφυγε ἀπό τήν πατρίδα του καί πῆγε στά Ἱεροσόλυμα νά προσκυνήσει τούς Ἁγίους Τόπους. Στή συνέχεια μετέβη στήν Ἀντιόχεια, ὅπου ἐπισκέφθηκε τόν Ἅγιο Συμεών τόν Στυλίτη, ὁ ὁποῖος τόν ἐμύησε στά τῆς μοναχικῆς πολιτείας καί τῆς ἀρετῆς καί τοῦ προεῖπε ὅτι θά γίνει ποιμένας πολλῶν λογικῶν προβάτων. Ἀσκήτεψε κοντά στό θαυμαστό καί ἐνάρετο ἀσκητή, πού ὀνομαζόταν Λογγίνος, μέ τόν ὁποῖο μαζί μελετοῦσε, συζητοῦσε καί προσευχόταν καί τοῦ ὁποίου σπούδαζε τήν πνευματική διαύγεια καί τή μεγάλη ταπεινοφροσύνη.