Ὁ Ὅσιος Ματθαῖος ἢ Ματθίας ἔζησε κατά τόν 9ο αἰώνα μ.Χ. καί συνέδεσε τόν βίο του μέ τήν Ὁσία Ἀθανασία. Ὅταν ἡ Ὁσία ἀποφάσισε νά μονάσει σέ τόπο ἥσυχο, χρησιμοποίησε ὡς συνεργό τόν Ματθαῖο, ὁ ὁποῖος πήγαινε στίς ἀσκήτριες τά ἀπαραίτητα γιά τήν συντήρησή τους, πού προμηθεύονταν ἀπό τά ἐργόχειρα πού ἡ Ὁσία πωλοῦσε.
Σέ αὐτόν τόν μακάριο Ματθαῖο ἦλθε ἕνας ἄνθρωπος, πού ὅλες του οἱ κλειδώσεις ἦταν παραλυμένες. Ὁ Ὅσιος τόν λυπήθηκε, ἔβγαλε τόν μανδύα πού φοροῦσε καί τόν ἔβαλε στούς ὤμους τοῦ παράλυτου. Τότε ἔτριξαν φοβερά τά κόκαλά του καί ἀμέσως ὁ ἄνθρωπος θεραπεύθηκε. Ἕναν ἄλλον ἄνθρωπο, πού ἀπό διαβολική ἐνέργεια τό πρόσωπό του εἶχε παραμορφωθεῖ, τόν σταύρωσε μέ τό χέρι του καί τοῦ χάρισε τή θεραπεία.
Ὁ Ὅσιος Ματθαῖος, ἀφοῦ διέλαμψε μέ θαύματα καί σημεῖα στόν τόπο τῆς ἡσυχίας καί τῆς ἀσκήσεως, κοιμήθηκε μέ εἰρήνη.
Κοινοποίηση
Δείτε Επίσης


Ὁ Ὅσιος Θεοδόσιος καταγόταν ἀπό τήν κωμόπολη τῆς Μωγαρισσοῦ, ἡ ὁποία ἀνῆκε στήν ἐπαρχία τῆς Καππαδοκίας. Ἔζησε κατά τούς χρόνους τοῦ Λέοντος τοῦ Θρακός καί ἔφτασε ἕως καί τούς χρόνους τοῦ αὐτοκράτορα Ἀναστασίου (491 – 518 μ.Χ.). Ὁ πατέρας του ὀνομαζόταν Προαιρέσιος καί ἡ μητέρα του Εὐλογία. Ἦταν καί οἱ δυό εὐσεβεῖς καί πιστοί ἄνθρωποι. Ὁ Θεοδόσιος ὅμως, ἀπό θεῖο ζῆλο, δέν ἀκολούθησε τήν ἔγγαμο ζωή, ἀλλά τό μοναχικό βίο. Γι’ αὐτό ἔφυγε ἀπό τήν πατρίδα του καί πῆγε στά Ἱεροσόλυμα νά προσκυνήσει τούς Ἁγίους Τόπους. Στή συνέχεια μετέβη στήν Ἀντιόχεια, ὅπου ἐπισκέφθηκε τόν Ἅγιο Συμεών τόν Στυλίτη, ὁ ὁποῖος τόν ἐμύησε στά τῆς μοναχικῆς πολιτείας καί τῆς ἀρετῆς καί τοῦ προεῖπε ὅτι θά γίνει ποιμένας πολλῶν λογικῶν προβάτων. Ἀσκήτεψε κοντά στό θαυμαστό καί ἐνάρετο ἀσκητή, πού ὀνομαζόταν Λογγίνος, μέ τόν ὁποῖο μαζί μελετοῦσε, συζητοῦσε καί προσευχόταν καί τοῦ ὁποίου σπούδαζε τήν πνευματική διαύγεια καί τή μεγάλη ταπεινοφροσύνη.