Γιός χριστιανῶν γονέων ἀπό τή Φιλαδέλφεια. Ἔφυγε ἀπό τήν πατρίδα του καί πῆγε στήν πόλη Καρατζασοῦ τῆς Ἠλιούπολης, ὅπου ἐξασκοῦσε τήν τέχνη τοῦ ἀμπατζῆ (σαγματοποιοῦ).
Σέ κάποια διασκέδαση, πού ἦταν παρών καί ὁ Γεώργιος, κάποιος, πού βρισκόταν σέ κατάσταση μέθης, ἔπεσε καί σκοτώθηκε. Τότε, σύμφωνα μέ τήν συνήθεια, ὁ κριτής ζήτησε ἀπ’ τούς κατοίκους, νά πληρώσουν τό ἀνάλογο πρόστιμο. Ὁ Γεώργιος ἀρνήθηκε νά καταβάλει αὐτό τό πρόστιμο καί ἐπάνω στόν θυμό του εἶπε, ὅτι δέν τό πληρώνει γιατί εἶναι Τοῦρκος. Ἀμέσως τότε οἱ Τοῦρκοι τόν συνέλαβαν καί τοῦ ἔκαναν περιτομή.
Ἀργότερα ὁ Γεώργιος, μετανοημένος, πῆγε στό Ἅγιον Ὄρος, ὅπου ἔμεινε γιά ἀρκετό χρονικό διάστημα. Ἐπανῆλθε ὅμως στήν πόλη Καρατζασοῦ, καί μπροστά στόν κριτή ὁμολόγησε μέ θάρρος τήν πίστη του στόν Χριστό. Παρά τίς κολακεῖες τοῦ κριτῆ, ἔμεινε ἀμετάθετος στήν ἀπόφασή του.
Ἄρχισε τότε μία σειρά φρικτῶν βασανιστηρίων, πού ὁ Γεώργιος τά ὑπέμεινε μέ μεγάλη γενναιότητα. Ἔλεγε μάλιστα: «ὅτι καί ἂν μοῦ κάνετε ἐγώ δέν ἀρνοῦμαι πλέον τήν πίστη μου. Χριστιανός γεννήθηκα, Χριστιανός εἶμαι καί Χριστιανός θέλω νά πεθάνω».
Τελικά, στίς 2 Ὀκτωβρίου 1794 τόν ἀποκεφάλισαν.
Ο Otto Meinardus ἀναφέρει τό μαρτύριο τοῦ Ἁγίου αὐτοῦ στίς 2 Ὀκτωβρίου 1752.
Κοινοποίηση
Δείτε Επίσης


Ὁ Ὅσιος Θεοδόσιος καταγόταν ἀπό τήν κωμόπολη τῆς Μωγαρισσοῦ, ἡ ὁποία ἀνῆκε στήν ἐπαρχία τῆς Καππαδοκίας. Ἔζησε κατά τούς χρόνους τοῦ Λέοντος τοῦ Θρακός καί ἔφτασε ἕως καί τούς χρόνους τοῦ αὐτοκράτορα Ἀναστασίου (491 – 518 μ.Χ.). Ὁ πατέρας του ὀνομαζόταν Προαιρέσιος καί ἡ μητέρα του Εὐλογία. Ἦταν καί οἱ δυό εὐσεβεῖς καί πιστοί ἄνθρωποι. Ὁ Θεοδόσιος ὅμως, ἀπό θεῖο ζῆλο, δέν ἀκολούθησε τήν ἔγγαμο ζωή, ἀλλά τό μοναχικό βίο. Γι’ αὐτό ἔφυγε ἀπό τήν πατρίδα του καί πῆγε στά Ἱεροσόλυμα νά προσκυνήσει τούς Ἁγίους Τόπους. Στή συνέχεια μετέβη στήν Ἀντιόχεια, ὅπου ἐπισκέφθηκε τόν Ἅγιο Συμεών τόν Στυλίτη, ὁ ὁποῖος τόν ἐμύησε στά τῆς μοναχικῆς πολιτείας καί τῆς ἀρετῆς καί τοῦ προεῖπε ὅτι θά γίνει ποιμένας πολλῶν λογικῶν προβάτων. Ἀσκήτεψε κοντά στό θαυμαστό καί ἐνάρετο ἀσκητή, πού ὀνομαζόταν Λογγίνος, μέ τόν ὁποῖο μαζί μελετοῦσε, συζητοῦσε καί προσευχόταν καί τοῦ ὁποίου σπούδαζε τήν πνευματική διαύγεια καί τή μεγάλη ταπεινοφροσύνη.