Συνετός καί ὀλιγαρκής στά νεανικά του χρόνια ὁ Ὅσιος Μαλός, ἔμεινε φτωχός στήν ὕλη γιά νά γίνει πλούσιος ἐν Χριστῷ. Δέν ἦταν μεγάλης μορφώσεως, ἦταν ὅμως πολλῆς πίστεως καί ζήλου θερμοῦ. Ἐπειδή δέν μποροῦσε νά διδάσκει δημόσια, ἔκανε κήρυγμα στόν κάθε ἕνα χωριστά.
Ὁ Μαλός εἶχε μεγάλη πνευματική διάκριση, ὥστε νά μή γίνεται βαρύς, ἐνοχλητικός καί ἄστοχος στίς ἰδιαίτερες αὐτές νουθεσίες. Ἡ θεία χάρη τόν εἶχε ὁπλίσει μέ μεγάλη λεπτότητα καί ἀγάπη, πού τοῦ ὑπαγόρευαν πάντοτε τί ἦταν συμφέρον νά εἰπωθεῖ καί τί ἔπρεπε νά παραλειφθεῖ.
Στήν συνέχεια ἀκολούθησε τήν ἐρημική ζωή. Ἀλλά ὅσοι μάθαιναν πού βρίσκεται ἔρχονταν καί τόν ζητοῦσαν στό ἐρημητήριό του. Καί αὐτός ὅμως, κατά διαστήματα, κατέβαινε στίς πόλεις, ὄχι γιά νά κάνει ὁμιλίες, ἀλλά γιά νά σκορπίσει εὐεργεσίες. Διότι ὁ Κύριος τόν εἶχε προικίσει καί μέ τή δύναμη νά θεραπεύει θαυματουργικά διάφορες ἀρρώστιες. Πολλοί μάλιστα βρῆκαν τήν γιατρειά τους μέ τίς προσευχές τοῦ Ὁσίου Μαλοῦ καί διά μόνου τῆς ἐπιθέσεως τῶν χειρῶν του.
Ἀλλά καί ὅταν ἐξεδήμησε πρός τόν Κύριο, τό λείψανο του ἀνάβλυζε μύρο καί ἔγινε πηγή ἰάσεως διαφόρων ἀσθενειῶν.
Κοινοποίηση
Δείτε Επίσης


Ὁ Ὅσιος Θεοδόσιος καταγόταν ἀπό τήν κωμόπολη τῆς Μωγαρισσοῦ, ἡ ὁποία ἀνῆκε στήν ἐπαρχία τῆς Καππαδοκίας. Ἔζησε κατά τούς χρόνους τοῦ Λέοντος τοῦ Θρακός καί ἔφτασε ἕως καί τούς χρόνους τοῦ αὐτοκράτορα Ἀναστασίου (491 – 518 μ.Χ.). Ὁ πατέρας του ὀνομαζόταν Προαιρέσιος καί ἡ μητέρα του Εὐλογία. Ἦταν καί οἱ δυό εὐσεβεῖς καί πιστοί ἄνθρωποι. Ὁ Θεοδόσιος ὅμως, ἀπό θεῖο ζῆλο, δέν ἀκολούθησε τήν ἔγγαμο ζωή, ἀλλά τό μοναχικό βίο. Γι’ αὐτό ἔφυγε ἀπό τήν πατρίδα του καί πῆγε στά Ἱεροσόλυμα νά προσκυνήσει τούς Ἁγίους Τόπους. Στή συνέχεια μετέβη στήν Ἀντιόχεια, ὅπου ἐπισκέφθηκε τόν Ἅγιο Συμεών τόν Στυλίτη, ὁ ὁποῖος τόν ἐμύησε στά τῆς μοναχικῆς πολιτείας καί τῆς ἀρετῆς καί τοῦ προεῖπε ὅτι θά γίνει ποιμένας πολλῶν λογικῶν προβάτων. Ἀσκήτεψε κοντά στό θαυμαστό καί ἐνάρετο ἀσκητή, πού ὀνομαζόταν Λογγίνος, μέ τόν ὁποῖο μαζί μελετοῦσε, συζητοῦσε καί προσευχόταν καί τοῦ ὁποίου σπούδαζε τήν πνευματική διαύγεια καί τή μεγάλη ταπεινοφροσύνη.