Καταγόταν ἀπό τήν πόλη Σεβαστή τῆς Φρυγίας καί διδάχτηκε τήν χριστιανική πίστη ἀπό τόν Ἀπόστολο Παῦλο, καί πῆρε τή θερμότητα καί τήν ἀνδρεία τοῦ διδασκάλου της.
Ἡ Ἁγία Σεβαστιανή ἔζησε τόν 1ο αἰώνα μ.Χ. καί χρησιμοποιοῦσε τήν ζωή της κάθε ἡμέρα γιά τήν ἀλήθεια τοῦ Εὐαγγελίου (στή Μαρκιανούπολη τῆς Θράκης). Πήγαινε σέ σπίτια εἰδωλολατρῶν καί εἵλκυε πολλές γυναῖκες ἀπ’ αὐτούς στούς κόλπους τῆς Ἐκκλησίας.
Συνελήφθη γι’ αὐτό ἐπί αὐτοκράτορος Δομετιανοῦ καί ἡγεμόνος Σεργίου, κακοποιήθηκε καί ἐξεδιώχθη ἀπό τόν τόπο της. Ἔφθασε στήν Ἡράκλεια τῆς Θράκης ὅπου πάλι συνελήφθη, ἀπό τόν ἡγεμόνα Πομπηϊανό, καί φυλακίστηκε.
Ἀλλά ἡ γυναικεία της φύση, ντρόπιασε τούς βασανιστές της. Οἱ ὑποσχέσεις δέν τήν δελέασαν, οἱ ἀπειλές δέν τήν ἔκαμψαν, καί κάτω ἀπό βαριά μαρτύρια στάθηκε ὄρθια μέ ὅλη της τήν γενναιοψυχία. Οἱ σάρκες τῆς Ἁγίας Σεβαστιανῆς σχίζονταν, ἀλλά τά χείλη, ὅπως καί ἡ καρδιά της, ἐξακολουθοῦσαν νά ὑμνοῦν τόν Χριστό.
Τελικά, ἡ μεγάλη αὐτή ἀθλήτρια τῆς Ἐκκλησίας μας, παρέδωσε τήν ζωή της μέ τόν διά ἀποκεφαλισμοῦ θάνατο καί ἐτάφῃ στή Ραιδεστό.
Πηγή: http://www.synaxarion.gr/gr/index.aspx
Ἀπολυτίκιον. Ἦχος α’. Τῆς ἐρήμου πολίτης.
Τοῖς ῥήμασι τοῦ Παύλου φωτισθεῖσα προσέδραμες, Σεβαστιανή τῷ Σωτῆρι καί νομίμως ἐνήθλησας, βασάνους ὑπομείνασα πολλάς, δυνάμει τοῦ νυμφίου σου Χριστοῦ, ὃν ἱκέτευε ἀπαύστως ὑπέρ ἡμῶν, τῶν εὐλαβῶς βοώντων σοι· δόξα τῷ δεδωκότι σοι ἰσχύν, δόξα τῷ σέ στεφανώσαντι, δόξα τῷ ἐνεργοῦντι διά σοῦ, πᾶσιν ἰάματα.
Κοντάκιον. Ἦχος β’. Τά ἄνω ζητῶν.
Τό φῶς τοῦ Χριστοῦ, διά τοῦ Παύλου δέδεξαι, καί πίστει θερμῇ, ὑπέρ αὐτοῦ ἠγώνισαι, Σεβαστιανή ἔνδοξε, τῆς σαρκός σου μηδόλως φροντίσασα, καί τήν ἄπονον εὗρες ζωήν, τῷ ξίφει τμηθεῖσα τόν αὐχένα σου.
Μεγαλυνάριον.
Ἤθλησας ὡς ἄσαρκος ἐν σαρκί, καί τομῇ τῆς κάρας, γάλα ἔβλυσας θαυμαστῶς· ὁ Χριστός γάρ Μάρτυς, ὦ Σεβαστιανή σε, δοξάζει ὃν ἐν ἄθλοις λαμπρῶς ἐδόξασας.


Ὁ Ὅσιος Θεοδόσιος καταγόταν ἀπό τήν κωμόπολη τῆς Μωγαρισσοῦ, ἡ ὁποία ἀνῆκε στήν ἐπαρχία τῆς Καππαδοκίας. Ἔζησε κατά τούς χρόνους τοῦ Λέοντος τοῦ Θρακός καί ἔφτασε ἕως καί τούς χρόνους τοῦ αὐτοκράτορα Ἀναστασίου (491 – 518 μ.Χ.). Ὁ πατέρας του ὀνομαζόταν Προαιρέσιος καί ἡ μητέρα του Εὐλογία. Ἦταν καί οἱ δυό εὐσεβεῖς καί πιστοί ἄνθρωποι. Ὁ Θεοδόσιος ὅμως, ἀπό θεῖο ζῆλο, δέν ἀκολούθησε τήν ἔγγαμο ζωή, ἀλλά τό μοναχικό βίο. Γι’ αὐτό ἔφυγε ἀπό τήν πατρίδα του καί πῆγε στά Ἱεροσόλυμα νά προσκυνήσει τούς Ἁγίους Τόπους. Στή συνέχεια μετέβη στήν Ἀντιόχεια, ὅπου ἐπισκέφθηκε τόν Ἅγιο Συμεών τόν Στυλίτη, ὁ ὁποῖος τόν ἐμύησε στά τῆς μοναχικῆς πολιτείας καί τῆς ἀρετῆς καί τοῦ προεῖπε ὅτι θά γίνει ποιμένας πολλῶν λογικῶν προβάτων. Ἀσκήτεψε κοντά στό θαυμαστό καί ἐνάρετο ἀσκητή, πού ὀνομαζόταν Λογγίνος, μέ τόν ὁποῖο μαζί μελετοῦσε, συζητοῦσε καί προσευχόταν καί τοῦ ὁποίου σπούδαζε τήν πνευματική διαύγεια καί τή μεγάλη ταπεινοφροσύνη.