Καί οἱ ἕξι ἦταν ἀπό τούς ἑβδομήκοντα Ἀποστόλους τοῦ Κυρίου. Ἀναφέρονται ὅλοι στό ιστ’ κεφάλαιο τῆς πρός Ρωμαίους ἐπιστολῆς τοῦ Ἀποστόλου Παύλου.
Οἱ περισσότεροι ἀπ’ αὐτούς ὑπῆρξαν ἐπίσκοποι τῆς τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας καί ἔγιναν ἄριστοι ἐφαρμοστές τῆς ἐντολῆς τοῦ θεοπνεύστου λόγου τῆς Ἁγίας Γραφῆς: «Ποιμάνατε τό ἐν ὑμῖν ποίμνιον τοῦ Θεοῦ, ἐπισκοποῦντες μή ἀναγκαστῶς, ἀλλά ἑκουσίως, μηδέ αἰσχροκερδῶς, ἀλλά προθύμως, μηδέ ὡς κατά κυριεύοντες τῶν κλήρων, ἀλλά τύποι γινόμενοι τοῦ ποιμνίου». Ποιμάνετε, δηλαδή, τό ποίμνιο τοῦ Θεοῦ πού εἶναι στή δικαιοδοσία σας, καί ἐπιβλέπετε αὐτό μέ κάθε ἐπιμέλεια καί προσοχή, ὄχι ἀναγκαστικά, ἐπειδή βρεθήκατε στήν θέση αὐτή, ἀλλά μέ ὅλη σας τήν θέληση, χωρίς νά ἀποβλέπετε σέ αἰσχρά κέρδη, ἀλλά μέ προθυμία καί ζῆλο, χωρίς νά καταπιέζετε τούς πιστούς, πού σάν ἄλλοι γεωργικοί κλῆροι δόθηκαν στόν καθένα σας γιά πνευματική καλλιέργεια ἀλλά νά γίνεσθε στό ποίμνιο ὑποδείγματα ἀρετῆς ἀξιομίμητα.
Πράγματι, καί οἱ πέντε Ἀπόστολοι ἔγιναν ὑποδείγματα ἀρετῆς. Ὁ Ὀλυμπᾶς καί ὁ Ἠρωδίων πέθαναν μαρτυρικά ἐπί Νέρωνος. Ὁ Σωσίπατρος ἔγινε ἐπίσκοπος στό Ἰκόνιο καί πέθανε ἐπιτελώντας ἄριστα τά καθήκοντά του. Ὁ Τέρτιος ἔγινε δεύτερος ἐπίσκοπος Ἰκονίου μετά τόν Σωσίπατρο. Ἔγραψε δέ καί τήν πρός Ρωμαίους ἐπιστολή τοῦ Ἀποστόλου Παύλου (Ρωμ. ιστ’ 22).
Ἡ μνήμη τοῦ Ἀποστόλου Τερτίου ἐπαναλαμβάνεται καί τήν 30η Ὀκτωβρίου. Ὁ Ἔραστος κυβέρνησε μέ παρόμοιο τρόπο τήν ἐπισκοπή Νεάδος. Καί ὁ Κούαρτος, σάν ἐπίσκοπος Βηρυτού, πάλεψε μέ θάρρος καί ἐνέταξε σάν χριστιανούς στήν ἐπισκοπή του πολλούς εἰδωλολάτρες.
Πηγή: http://www.synaxarion.gr/gr/index.aspx
Ἀπολυτίκιον. Ἦχος πλ. α’. Τόν συνάναρχον Λόγον.
Τῆς σοφίας τόν λόγον καταπλουτήσαντες, τῆς εὐσέβειας φωστῆρες καί ὑποφῆται σοφοί, ἀνεδείχθητε ἡμῖν Χριστόν κηρύττοντες, Κούαρτε Ἔραστε κλεινέ, Τέρτιε καί Ὀλυμπᾶ, Σωσίπατρε καί Ῥοδίων, Ἀπόστολοι θεηγόροι, φωταγωγοί τῶν καρδιῶν ἡμῶν.
Κοντάκιον. Ἦχος α’. Χορός Ἀγγελικός.
Τριάδος τῆς σεπτῆς, ἐκηρύξατε πίστιν, πολύθεον σοφοί, τῶν εἰδώλων ἀπάτην, ἐκ μέσου ποιήσαντες, ταῖς σεπταῖς διδαχαῖς ὑμῶν· ὅθεν εὕρατε, τήν ἀμοιβήν τῶν καμάτων, αἰωνίζουσαν, ἐν οὐρανοῖς τούς στεφάνους, λαβόντες Ἀπόστολοι.
Μεγαλυνάριον.
Χαίροις Ἐκκλησίας τῆς τοῦ Χριστοῦ, ἡ ἔμπνους λυχνία, ἡ ἑξάφωτος καί λαμπρά· χαίροις Ἀποστόλων, ἑξάστιχος χορεία, δι’ ὧν τά ὑπέρ λόγον, μυσταγωγούμεθα.


Ὁ Ὅσιος Θεοδόσιος καταγόταν ἀπό τήν κωμόπολη τῆς Μωγαρισσοῦ, ἡ ὁποία ἀνῆκε στήν ἐπαρχία τῆς Καππαδοκίας. Ἔζησε κατά τούς χρόνους τοῦ Λέοντος τοῦ Θρακός καί ἔφτασε ἕως καί τούς χρόνους τοῦ αὐτοκράτορα Ἀναστασίου (491 – 518 μ.Χ.). Ὁ πατέρας του ὀνομαζόταν Προαιρέσιος καί ἡ μητέρα του Εὐλογία. Ἦταν καί οἱ δυό εὐσεβεῖς καί πιστοί ἄνθρωποι. Ὁ Θεοδόσιος ὅμως, ἀπό θεῖο ζῆλο, δέν ἀκολούθησε τήν ἔγγαμο ζωή, ἀλλά τό μοναχικό βίο. Γι’ αὐτό ἔφυγε ἀπό τήν πατρίδα του καί πῆγε στά Ἱεροσόλυμα νά προσκυνήσει τούς Ἁγίους Τόπους. Στή συνέχεια μετέβη στήν Ἀντιόχεια, ὅπου ἐπισκέφθηκε τόν Ἅγιο Συμεών τόν Στυλίτη, ὁ ὁποῖος τόν ἐμύησε στά τῆς μοναχικῆς πολιτείας καί τῆς ἀρετῆς καί τοῦ προεῖπε ὅτι θά γίνει ποιμένας πολλῶν λογικῶν προβάτων. Ἀσκήτεψε κοντά στό θαυμαστό καί ἐνάρετο ἀσκητή, πού ὀνομαζόταν Λογγίνος, μέ τόν ὁποῖο μαζί μελετοῦσε, συζητοῦσε καί προσευχόταν καί τοῦ ὁποίου σπούδαζε τήν πνευματική διαύγεια καί τή μεγάλη ταπεινοφροσύνη.