Ἡ Ἁγία Ὀσιοπαρθενομάρτυς Εὔα ἔζησε κατά τόν 9ο αἰῶνα μ.Χ. καί ἦταν ἡγουμένη τῆς μονῆς Κόλτινγκχαμ, τῆς μεγαλύτερης μονῆς τῆς Σκωτίας. Ἡ μονή αὐτή εἶχε ἱδρυθεῖ ὑπό τῆς Ὁσίας Εὔας τῆς Πρεσβυτέρας († 25 Αὐγούστου), ἀδελφῆς τῶν βασιλέων Νορθάμπερλαντ Ὀσβάλδου καί Ὄσγουϊ.
Τό ἔτος 870 μ.Χ., κατά τήν διάρκεια εἰσβολῆς Δανῶν πειρατῶν στίς ἀκτές τῆς μονῆς, ἡ Ὁσία ἀνήσυχη ὄχι γιά τήν σωτηρία τῆς ζωῆς της ἀλλά γιά τήν διατήρηση τῆς ἁγνότητάς της καθώς καί τῶν ἄλλων μοναζουσῶν, μόλις οἱ ἐπιδρομεῖς εἰσέβαλαν στόν περίβολο τῆς μονῆς, συγκέντρωσε τίς μοναχές στό ἡγουμενεῖο καί μετά ἀπό συγκινητικές συμβουλές ἀπέκοψε μέ λεπίδα τήν μύτη καί τό ἄνω χεῖλος της. Τήν πράξη αὐτή μιμήθηκαν ὅλες οἱ ἀδελφές. Οἱ εἰσβολεῖς, ὅταν εἰσῆλθαν στό χῶρο ὅπου οἱ μοναχές ἦταν συναγμένες, βρέθηκαν μπροστά σέ ἕνα φρικιαστικό θέαμα. Αὐτό ὅμως δέν τούς ἐμπόδισε νά πυρπολήσουν τήν μονή καί νά κάψουν ζωντανή τήν Ὁσία Εὔα μαζί μέ ὅλες τίς μοναχές.
Κοινοποίηση
Δείτε Επίσης


Ὁ Ὅσιος Θεοδόσιος καταγόταν ἀπό τήν κωμόπολη τῆς Μωγαρισσοῦ, ἡ ὁποία ἀνῆκε στήν ἐπαρχία τῆς Καππαδοκίας. Ἔζησε κατά τούς χρόνους τοῦ Λέοντος τοῦ Θρακός καί ἔφτασε ἕως καί τούς χρόνους τοῦ αὐτοκράτορα Ἀναστασίου (491 – 518 μ.Χ.). Ὁ πατέρας του ὀνομαζόταν Προαιρέσιος καί ἡ μητέρα του Εὐλογία. Ἦταν καί οἱ δυό εὐσεβεῖς καί πιστοί ἄνθρωποι. Ὁ Θεοδόσιος ὅμως, ἀπό θεῖο ζῆλο, δέν ἀκολούθησε τήν ἔγγαμο ζωή, ἀλλά τό μοναχικό βίο. Γι’ αὐτό ἔφυγε ἀπό τήν πατρίδα του καί πῆγε στά Ἱεροσόλυμα νά προσκυνήσει τούς Ἁγίους Τόπους. Στή συνέχεια μετέβη στήν Ἀντιόχεια, ὅπου ἐπισκέφθηκε τόν Ἅγιο Συμεών τόν Στυλίτη, ὁ ὁποῖος τόν ἐμύησε στά τῆς μοναχικῆς πολιτείας καί τῆς ἀρετῆς καί τοῦ προεῖπε ὅτι θά γίνει ποιμένας πολλῶν λογικῶν προβάτων. Ἀσκήτεψε κοντά στό θαυμαστό καί ἐνάρετο ἀσκητή, πού ὀνομαζόταν Λογγίνος, μέ τόν ὁποῖο μαζί μελετοῦσε, συζητοῦσε καί προσευχόταν καί τοῦ ὁποίου σπούδαζε τήν πνευματική διαύγεια καί τή μεγάλη ταπεινοφροσύνη.