Ὁἱ Ἁγίες ἑπτά Μάρτυρες ἄθλησαν κατά τούς χρόνους τοῦ ἀσεβοῦς αὐτοκράτορα Μαξιμιανοῦ (286 – 305 μ.Χ.) στήν πόλη Ἀμινσό, ὅταν ξεσηκώθηκε μεγάλος διωγμός κατά τῶν ἀνθρώπων πού ὁμολόγησαν τόν Χριστό.
Οἱ Ἁγίες συνελήφθησαν ἀπό τόν ἄρχοντα τῆς Ἀμινσοῦ, πού ἦταν εἰδωλολάτρης. Καί ὅταν στάθηκαν ἐνώπιόν του, ὁμολόγησαν ὅτι εἶναι Χριστιανές καί τόν ἔλεγξαν μέ παρρησία, ἀφοῦ τόν ἀποκάλεσαν σκληρό καί ἄδικο καί ἐχθρό τῆς ἀλήθειας. Ὁ ἄρχοντας ἐξοργίσθηκε. Τότε ἔδωσε ἐντολή καί τίς τοποθέτησαν σέ δημόσιο μέρος γιά θέαμα, ὅπου ἄρχισαν νά τίς χτυποῦν μέ ραβδιά. Στήν συνέχεια ἔκοψαν τούς μαστούς αὐτῶν μέ ξίφη καί, ἀφοῦ τίς κρέμασαν, τίς ἔγδαραν τόσο πολύ, ὥστε φάνηκαν τά ἔντερά τους. Τέλος, τίς ἔριξαν σέ μεγάλο καμίνι φωτιᾶς καί, ἐνῷ ἔψαλλαν καί προσεύχονταν στόν Θεό, παρέδωσαν τίς ψυχές τους.
Τό μαρτύριό τους ἔγινε μεταξύ τῶν ἐτῶν 303 – 305 μ.Χ.
Ἁγίες Ἀλεξανδρία, Εὐφημία, Εὐφρασία, Ἰουλιανή, Θεοδοσία, Κλαυδία καὶ Ματρώνη οἱ Μάρτυρες ἐν Ἀμινσῷ (20 Μαρτίου)
Κοινοποίηση
Δείτε Επίσης


Ὁ Ὅσιος Θεοδόσιος καταγόταν ἀπό τήν κωμόπολη τῆς Μωγαρισσοῦ, ἡ ὁποία ἀνῆκε στήν ἐπαρχία τῆς Καππαδοκίας. Ἔζησε κατά τούς χρόνους τοῦ Λέοντος τοῦ Θρακός καί ἔφτασε ἕως καί τούς χρόνους τοῦ αὐτοκράτορα Ἀναστασίου (491 – 518 μ.Χ.). Ὁ πατέρας του ὀνομαζόταν Προαιρέσιος καί ἡ μητέρα του Εὐλογία. Ἦταν καί οἱ δυό εὐσεβεῖς καί πιστοί ἄνθρωποι. Ὁ Θεοδόσιος ὅμως, ἀπό θεῖο ζῆλο, δέν ἀκολούθησε τήν ἔγγαμο ζωή, ἀλλά τό μοναχικό βίο. Γι’ αὐτό ἔφυγε ἀπό τήν πατρίδα του καί πῆγε στά Ἱεροσόλυμα νά προσκυνήσει τούς Ἁγίους Τόπους. Στή συνέχεια μετέβη στήν Ἀντιόχεια, ὅπου ἐπισκέφθηκε τόν Ἅγιο Συμεών τόν Στυλίτη, ὁ ὁποῖος τόν ἐμύησε στά τῆς μοναχικῆς πολιτείας καί τῆς ἀρετῆς καί τοῦ προεῖπε ὅτι θά γίνει ποιμένας πολλῶν λογικῶν προβάτων. Ἀσκήτεψε κοντά στό θαυμαστό καί ἐνάρετο ἀσκητή, πού ὀνομαζόταν Λογγίνος, μέ τόν ὁποῖο μαζί μελετοῦσε, συζητοῦσε καί προσευχόταν καί τοῦ ὁποίου σπούδαζε τήν πνευματική διαύγεια καί τή μεγάλη ταπεινοφροσύνη.