Οἱ Ἅγιοι Μάρτυρες Τρόφιμος καί Εὐκαρπίων ἦταν στρατιῶτες καί ἔζησαν πιθανῶς κατά τούς χρόνους τοῦ αὐτοκράτορος Μαξιμιανοῦ (286 – 305 μ.Χ.). Στήν ἀρχή κατεδίωκαν καί συλλάμβαναν τούς Χριστιανούς, τούς βασάνιζαν καί τούς ἀνέκριναν. Ἀλλά μετά ἀπό θεία ὀπτασία πού εἶδαν ὅταν πήγαιναν γιά νά προβοῦν σέ σύλληψη Χριστιανῶν, μετανόησαν, ἀποκήρυξαν τό ἀνίερο ἔργο τους, πίστεψαν στόν Χριστό καί ἀφοῦ μετέβησαν στίς φυλακές, ἀπελευθέρωσαν ὅλους τούς Χριστιανούς, τούς ὁποίους φιλοῦσαν ὡς ἀδελφούς.
Ὅταν ἄκουσε αὐτά ὁ ἄρχοντας τῆς Νικομήδειας, διέταξε νά τούς κρεμάσουν καί νά ξύνουν τίς πληγές τους μέ τρίχινα ὑφάσματα. Μετά ἀπό αὐτό τούς ἔριξαν σέ ἀναμμένη κάμινο, όπου ἔλαβαν τούς στέφανους τοῦ μαρτυρίου, περί τό ἔτος 300 μ.Χ.
Κοινοποίηση
Δείτε Επίσης


Ὁ Ὅσιος Θεοδόσιος καταγόταν ἀπό τήν κωμόπολη τῆς Μωγαρισσοῦ, ἡ ὁποία ἀνῆκε στήν ἐπαρχία τῆς Καππαδοκίας. Ἔζησε κατά τούς χρόνους τοῦ Λέοντος τοῦ Θρακός καί ἔφτασε ἕως καί τούς χρόνους τοῦ αὐτοκράτορα Ἀναστασίου (491 – 518 μ.Χ.). Ὁ πατέρας του ὀνομαζόταν Προαιρέσιος καί ἡ μητέρα του Εὐλογία. Ἦταν καί οἱ δυό εὐσεβεῖς καί πιστοί ἄνθρωποι. Ὁ Θεοδόσιος ὅμως, ἀπό θεῖο ζῆλο, δέν ἀκολούθησε τήν ἔγγαμο ζωή, ἀλλά τό μοναχικό βίο. Γι’ αὐτό ἔφυγε ἀπό τήν πατρίδα του καί πῆγε στά Ἱεροσόλυμα νά προσκυνήσει τούς Ἁγίους Τόπους. Στή συνέχεια μετέβη στήν Ἀντιόχεια, ὅπου ἐπισκέφθηκε τόν Ἅγιο Συμεών τόν Στυλίτη, ὁ ὁποῖος τόν ἐμύησε στά τῆς μοναχικῆς πολιτείας καί τῆς ἀρετῆς καί τοῦ προεῖπε ὅτι θά γίνει ποιμένας πολλῶν λογικῶν προβάτων. Ἀσκήτεψε κοντά στό θαυμαστό καί ἐνάρετο ἀσκητή, πού ὀνομαζόταν Λογγίνος, μέ τόν ὁποῖο μαζί μελετοῦσε, συζητοῦσε καί προσευχόταν καί τοῦ ὁποίου σπούδαζε τήν πνευματική διαύγεια καί τή μεγάλη ταπεινοφροσύνη.