Πραγματικοί ποιμένες ὅλοι, τοῦ λογικοῦ ποιμνίου τῆς Ἐκκλησίας μας. Τόν Ἑρμᾶ ἀναφέρει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος στήν πρός Ρωμαίους ἐπιστολή του, καθώς καί τούς Πατρόβα, Γάϊο καί Φιλόλογο. Ἐνῷ τόν Λίνο ἀναφέρει στή δεύτερη πρός Τιμόθεον ἐπιστολή του.
Ὁ Ἐρμᾶς ὁρίστηκε ἐπίσκοπος στούς Φιλίππους τῆς Μακεδονίας, καί σ’ αὐτόν ἀποδίδουν ὁ Ὠριγένης, ὁ Εὐσέβειος, ὁ Ἱερώνυμος καί ἄλλοι, τό γνωστό συγγραφικό ἔργο μέ τόν τίτλο «ὁ ποιμήν». Τό ἔργο αὐτό δείχνει τό βάραθρο, στό ὁποῖο φέρει ἡ ἁμαρτία καί διεγείρει ἔντονα τό αἴσθημα τῆς μετανοίας καί τῆς μετά τοῦ Θεοῦ εἰρήνης. Μέχρι κάποιο χρονικό διάστημα μποροῦσε νά τό ἀναγνώσει κανείς μόνο στή Λατινική μετάφρασή του. Κατά τόν 19ο αἰῶνα ὅμως, βρέθηκε καί τό ἑλληνικό πρωτότυπο.
Ὁ Πατρόβας πρόσφερε σπουδαῖες ὑπηρεσίες στήν πίστη, σάν ἐπίσκοπος Ποτιόλων στήν Ἰταλία.
Ὁ Λίνος ἀναδείχτηκε πρῶτος ἐπίσκοπος Ρώμης καί ποίμανε τήν ἐκεῖ ἐκκλησία μέ πρόνοια καί τόλμη, καί μαρτύρησε μέ ἀποκεφαλισμό. Ἦταν ἐπίσκοπος ἕντεκα χρόνια καί τρεῖς μῆνες.
Ὁ Γάϊος ποίμανε στήν Ἔφεσο μετά τόν Τιμόθεο, καί ὁ Φιλόλογος ὁρίστηκε ἀπό τόν Ἀπόστολο Ἀνδρέα ἐπίσκοπος Σινώπης.
Κοινοποίηση
Δείτε Επίσης


Ὁ Ὅσιος Θεοδόσιος καταγόταν ἀπό τήν κωμόπολη τῆς Μωγαρισσοῦ, ἡ ὁποία ἀνῆκε στήν ἐπαρχία τῆς Καππαδοκίας. Ἔζησε κατά τούς χρόνους τοῦ Λέοντος τοῦ Θρακός καί ἔφτασε ἕως καί τούς χρόνους τοῦ αὐτοκράτορα Ἀναστασίου (491 – 518 μ.Χ.). Ὁ πατέρας του ὀνομαζόταν Προαιρέσιος καί ἡ μητέρα του Εὐλογία. Ἦταν καί οἱ δυό εὐσεβεῖς καί πιστοί ἄνθρωποι. Ὁ Θεοδόσιος ὅμως, ἀπό θεῖο ζῆλο, δέν ἀκολούθησε τήν ἔγγαμο ζωή, ἀλλά τό μοναχικό βίο. Γι’ αὐτό ἔφυγε ἀπό τήν πατρίδα του καί πῆγε στά Ἱεροσόλυμα νά προσκυνήσει τούς Ἁγίους Τόπους. Στή συνέχεια μετέβη στήν Ἀντιόχεια, ὅπου ἐπισκέφθηκε τόν Ἅγιο Συμεών τόν Στυλίτη, ὁ ὁποῖος τόν ἐμύησε στά τῆς μοναχικῆς πολιτείας καί τῆς ἀρετῆς καί τοῦ προεῖπε ὅτι θά γίνει ποιμένας πολλῶν λογικῶν προβάτων. Ἀσκήτεψε κοντά στό θαυμαστό καί ἐνάρετο ἀσκητή, πού ὀνομαζόταν Λογγίνος, μέ τόν ὁποῖο μαζί μελετοῦσε, συζητοῦσε καί προσευχόταν καί τοῦ ὁποίου σπούδαζε τήν πνευματική διαύγεια καί τή μεγάλη ταπεινοφροσύνη.