Η χρονολογία καί τά γεγονότα τοῦ μαρτυρίου τῶν Ἁγίων Ἰωάννου καί Παύλου δέν δύνανται νά ἐξακριβωθοῦν ἱστορικά. Κατά τήν ἁγιολογική παράδοση, ἀποκεφαλίσθηκαν ἐπί τῆς βασιλείας Ἰουλιανοῦ τοῦ Παραβάτου (361 – 363 μ.Χ.). Μέ ἄλλους Ἁγίους μνημονεύονται στήν Ἀναφορά τῆς Ρωμαϊκῆς καί Ἀμβροσιανῆς λειτουργίας.
Ἡ ἐπίσημη ἀναγνώριση τῶν δύο Μαρτύρων ἀρχίζει, ὅπως φαίνεται, στή Ρώμη μέ τήν ἀφιέρωση στή μνήμη τους, περί τά τέλη τοῦ 6ου αἰῶνος μ.Χ., ρωμαϊκῆς βασιλικῆς. Ἡ βασιλική αὐτή, ἀνεγερθεῖσα κατά τόν 4ο αἰώνα μ.Χ., ἐπί τῶν ἐρειπίων τριῶν οἰκιῶν τοῦ Καιλίου λόφου, ἔφερε τόν τίτλο τοῦ Παμμαχίου ἢ πιθανῶς καί τοῦ Βυζαντίου.
Κατά τήν ἁγιολογική παράδοση, ὁ Ἰωάννης καί ὁ Παῦλος, εὐνοῦχοι τῆς Κωνσταντίας ἢ Κωνσταντίνης καί τιτλοῦχοι τῆς αὐτοκρατορίας, ἀκολούθησαν τόν στρατηγό Γαλλικανό σέ πολεμική ἐκστρατεία, κατά τήν ὁποία τόν ἔπεισαν περί τῆς ἀληθείας τῆς Χριστιανικῆς πίστεως. Ἀφοῦ ἐπανῆλθε στή Ρώμη νικητής, ὁ Γαλλικανός ἀπαρνεῖται τόν κόσμο τοῦ παλατίου καί ἀποσύρεται στήν Ὠστία. Ἐκεῖ, μετατρέπει τήν οἰκία φίλου ἀνδρός, πού ὀνομαζόταν Ἰλαρίνος, σέ πανδοχεῖο καί ἀφιερώνεται ἐξ ὁλοκλήρου στήν ἐξυπηρέτηση τῶν διερχόμενων πτωχῶν καί ἀσθενῶν. Ὁ αὐτοκράτορας Ἰουλιανός τόν καλεῖ τότε νά θυσιάσει στά εἴδωλα, ἀλλ’ ἀρνεῖται καί καταφεύγει στήν Αἴγυπτο, ὅπου συλλαμβάνεται καί ὑπόκειται σέ μαρτυρικό θάνατο († 25 Ἰουνίου). Παρόμοιο θάνατο εὑρίσκει καί ὁ Ἰλαρίνος στήν Ὠστία († 7 Αὐγούστου).
Στή συνέχεια ὁ Ἰωάννης καί ὁ Παῦλος καλοῦνται στό παλάτι, ἀλλά δέν ἀποδέχονται τήν πρόσκληση. Ὁ Ἰουλιανός ἀπέστειλε πρός αὐτούς τόν Τερεντιανό, γιά νά τούς πείσει νά θυσιάσουν, ἀλλά καί οἱ δύο ἀρνήθηκαν μέ πνευματική ἀνδρεία. Ἔτσι, ἀποκεφαλίσθηκαν ἀμέσως μετά στήν οἰκία τους, ὅπου καί ἐνταφιάσθηκαν.
Ὁ μυστικός τάφος τῶν Ἁγίων Μαρτύρων Ἰωάννου καί Παύλου εὑρέθηκε κατά τή βασιλεία τοῦ Ἰοβιανοῦ (363 – 364 μ.Χ.), διαδόχου τοῦ Ἰουλιανοῦ. Τότε ὁ διώκτης τους Τερεντιανός ἀσπάζεται τή Χριστιανική πίστη καί ἀναλαμβάνει νά συγγράψει τό βίο τους.


Ὁ Ὅσιος Θεοδόσιος καταγόταν ἀπό τήν κωμόπολη τῆς Μωγαρισσοῦ, ἡ ὁποία ἀνῆκε στήν ἐπαρχία τῆς Καππαδοκίας. Ἔζησε κατά τούς χρόνους τοῦ Λέοντος τοῦ Θρακός καί ἔφτασε ἕως καί τούς χρόνους τοῦ αὐτοκράτορα Ἀναστασίου (491 – 518 μ.Χ.). Ὁ πατέρας του ὀνομαζόταν Προαιρέσιος καί ἡ μητέρα του Εὐλογία. Ἦταν καί οἱ δυό εὐσεβεῖς καί πιστοί ἄνθρωποι. Ὁ Θεοδόσιος ὅμως, ἀπό θεῖο ζῆλο, δέν ἀκολούθησε τήν ἔγγαμο ζωή, ἀλλά τό μοναχικό βίο. Γι’ αὐτό ἔφυγε ἀπό τήν πατρίδα του καί πῆγε στά Ἱεροσόλυμα νά προσκυνήσει τούς Ἁγίους Τόπους. Στή συνέχεια μετέβη στήν Ἀντιόχεια, ὅπου ἐπισκέφθηκε τόν Ἅγιο Συμεών τόν Στυλίτη, ὁ ὁποῖος τόν ἐμύησε στά τῆς μοναχικῆς πολιτείας καί τῆς ἀρετῆς καί τοῦ προεῖπε ὅτι θά γίνει ποιμένας πολλῶν λογικῶν προβάτων. Ἀσκήτεψε κοντά στό θαυμαστό καί ἐνάρετο ἀσκητή, πού ὀνομαζόταν Λογγίνος, μέ τόν ὁποῖο μαζί μελετοῦσε, συζητοῦσε καί προσευχόταν καί τοῦ ὁποίου σπούδαζε τήν πνευματική διαύγεια καί τή μεγάλη ταπεινοφροσύνη.